Ένας πόλεμος που είναι τόσο κοντά όσο επιλέξαμε να είναι

«Έστειλαν drones στην Κύπρο»: θα μπορούσε να ήταν και τίτλος ταινίας. Όχι βέβαια από εκείνες που υποθέταμε πως θα είμαστε πρωταγωνιστές αλλά κοίτα πως τα φέρνουν οι καιροί.

Γράφει ο Παπα – Ράτσης

Κι όμως το επόμενο πρωί, το πρωί της πρώτης Δευτέρας του μήνα, συνεχίσαμε τις ζωές μας. Αυτό έπρεπε να κάνουμε. Αυτό κάναμε.

Πέντ’ εξι γενιές τώρα έτσι μάθαμε τι σημαίνει πόλεμος. Από τίτλους ταινιών, πρωτοσέλιδα εφημερίδων και τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Όχι με σειρήνες, αλλά με ρεπορτάζ. Όχι με εκρήξεις, αλλά με αναλύσεις ειδικών που μιλούν σαν να περιγράφουν τον καιρό: «αυξημένη ένταση στην περιοχή». Λες και πρόκειται για βαρομετρικό χαμηλό και όχι για ανθρώπους που, σε κάποια άλλη ακτή της ίδιας θάλασσας, τρέχουν πραγματικά να βουτήξουν σε σκοτεινά νερά για να πεθάνουν με άλλον τρόπο απ αυτόν που τους απειλεί.

Στη Κύπρος έχουμε μια ιδιαιτερότητα.
Οι μισοί δεν ξέρουμε τι είναι πόλεμος αλλά ξελαρυγγιαζόμαστε από κορώνες και ιαχές, και οι άλλοι μισοί ξέρουν και σχεδόν δεν ακούγεται η φωνή τους.
Ωστόσο ο πόλεμος δεν καταλαβαίνει από στάσεις και τοποθετήσεις. Δεν είναι της λογικής ότι αν σταθείς «σωστά», αν πεις μια προσεκτική φράση, αν κρατήσεις ισορροπίες, θα παραμείνεις θεατής και δεν θα σε ενοχλήσει.

Ειδικά σε μία εποχή που δεν χρειάζεται να σταλεί στρατός για να συναντήσει τον πόλεμο.

Σήμερα αρκεί να προσφέρεις …μονοπάτι σε έναν εμπλεκόμενο. Μια βάση. Μια διευκόλυνση. Έναν ανεφοδιασμό. Ένα ραντάρ. Μια σιωπηλή συγκατάθεση. Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβεις, δεν είσαι πια απλώς μια χώρα με άποψη — είσαι μια χώρα με ρόλο.

Να που αρχίζει η πραγματική συζήτηση.

Γιατί δεν μιλάμε για το αν συμφωνούμε με τη μία ή την άλλη πλευρά μιας σύγκρουσης. Ποτέ δεν πρέπει να συμφωνούμε με έναν πόλεμο αν θεωρούμε τους εαυτούς μας ανθρώπους, ποτέ δεν παίρνουμε θέση σε μία μάχη που ξερνάει νεκρούς ΕΚΤΟΣ αν αποτελείται από σαφή επιτιθέμενο και ξεκάθαρο αμυνόμενο.
Όταν όμως παίρνεις σαφή θέση σε μια διένεξη, ακόμη κι αν δεν σε αφορά άμεσα, αρχίζεις να την κατοικείς.

Η θέση δεν είναι δήλωση ή προτίμηση. Είναι συμμετοχή.

Και το παράδοξο είναι πως η κοινωνία που φωνάζει πιο πολύ «δεν θέλουμε πόλεμο» είναι συχνά η ίδια που πιστεύει ότι μπορεί να υποστηρίζει ενεργά ένα στρατόπεδο χωρίς να γίνει μέρος της σύγκρουσης. Σαν να μπορείς να δανείζεις το σπίτι σου για καυγάδες και να λες πως εσύ δεν μαλώνεις.

(Ο πόλεμος, παρεμπιπτόντως, δεν σέβεται τις προθέσεις. Σέβεται μόνο τις θέσεις.)

Να μία ενδιαφέρουσα ιδεολογική αντίφαση.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι φιλοπόλεμοι. Το αντίθετο.
Είμαστε βαθιά — σχεδόν ενστικτωδώς — εναντίον του πολέμου. Όχι γιατί είμαστε ειρηνιστές από φιλοσοφία, αλλά γιατί καταλαβαίνουμε κάτι απλό: ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ εκεί που ξεκινά.

Σχεδόν πάντα ταξιδεύει.

Στην αρχή τα όπλα.
Μετά οι απειλές.
Μετά οι στόχοι.

Και κάποια στιγμή, ταξιδεύει και ο φόβος.

Είμαστε εναντίον του πολέμου επειδή φοβόμαστε για το τομάρι μας. Διαφορετικά είμαστε απλά αδιάφοροι.

Η Κύπρος έχει ζήσει την ιστορία όπου οι μεγάλες δυνάμεις συγκρούονται αλλού και οι συνέπειες φτάνουν εδώ.
Και παρ’ όλα αυτά, κάθε εποχή πιστεύουμε ότι αυτή τη φορά είναι διαφορετικά. Ότι πρόκειται για «μακριά» ένταση. Ότι είναι υπόθεση άλλων.

Μέχρι να μην είναι.

«Μα πρέπει να πάρουμε θέση».
Άλλο ηθική θέση και άλλο γεωπολιτική εμπλοκή.

Μπορείς να καταδικάζεις τον πόλεμο.
Μπορείς να καταδικάζεις τη βία.
Μπορείς να υπερασπίζεσαι ανθρώπους.

Αλλά τη στιγμή που μια χώρα γίνεται λειτουργικό κομμάτι της σύγκρουσης, παύει να είναι απλός σχολιαστής. Και τότε ο πόλεμος αποκτά δικαίωμα να σε υπολογίζει.

Το πιο επικίνδυνο πράγμα που μπορεί να πιστέψει μια μικρή χώρα είναι ότι μπορεί να είναι χρήσιμη χωρίς να γίνει ευάλωτη.

«Είμαστε σύμμαχοι τους θα μας προστατεύσουν»

Αν γι’ αυτό παίρνεις θέση είσαι ένας αποτυχημένος άνθρωπος. Πραγματιστής θεωρείς ότι είσαι, αλλά όχι. Είσαι ένα εγωιστικό καθίκι που δεν έχει ηθική υπόσταση. Έχει μόνο ένα πολύ κακοφτιαγμένο αίσθημα αυτοσυντήρησης.

Τη μέρα που αρχίζεις να συζητάς αν είσαι πιθανός στόχος, έχεις ήδη καταλάβει ότι κάτι δεν πήγε καλά με αυτή τη συνταγή.

Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το αληθινό δίλημμα:
όχι με ποιον είσαι, αλλά μέχρι πού φτάνει η συμμετοχή σου όταν λες ότι είσαι εναντίον του πολέμου.

Γιατί ο αντιπολεμικός λόγος δεν δοκιμάζεται όταν όλα είναι ήσυχα.

Κλείνω με κάτι απλό, σχεδόν προσωπικό:
οι κοινωνίες δεν φοβούνται τον πόλεμο μόνο επειδή σκοτώνει. Τον φοβούνται γιατί αλλάζει τον τρόπο που ζεις πριν καν φτάσει. Σε κάνει να σκέφτεσαι «πολεμικά», να μιλάς «στρατιωτικά», να κανονικοποιείς πράγματα που κανονικά θα σε τρόμαζαν.

Τότε το τέρας έχει ήδη νικήσει να ξέρεις — χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός.

Άκου και κοίτα γύρω σου τις τελευταίες δύο μέρες και αναρωτήσου αν αναγνωρίζεις κάτι απ’ αυτά.

Latest news
Related news