Δεν είναι όλες οι παγκόσμιες ημέρες εύκολες. Κάποιες είναι άβολες.
Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αστυνομικής Βίας είναι μία από αυτές. Και είναι λογικό. Γιατί μας θυμίζει κάτι που συχνά ξεχνάμε: ότι η κρατική εξουσία έχει το μονοπώλιο της βίας. Και καμιά φορά το χρησιμοποιεί σαν να της ανήκει ο κόσμος.
Η συγκεκριμένη ημέρα καθιερώθηκε το 1997 από ακτιβιστές στον Καναδά και την Ελβετία. Όχι από κυβερνήσεις. Από ανθρώπους που είχαν ήδη βιώσει τι σημαίνει να συναντάς τον νόμο στη σκοτεινή του πλευρά. Και παραδόξως από χώρες που δεν θα ήταν οι πρώτες που θα σου έρχονταν στο μυαλό αναφερόμενος στην αστυνομική βία.
Το βασικό ερώτημα λοιπόν που αφορά αυτή την ημέρα είναι το εξής: πόσες φορές χρειάζεται να σκοτωθεί κάποιος ή να υπερβεί η γραμμή για να θεωρηθεί «πρόβλημα»;
Αν κοιτάξει κανείς τα στοιχεία, η εικόνα δεν είναι ακριβώς καθησυχαστική. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα (αλίμονο – που αλλού), οι αστυνομικοί πυροβολισμοί σκοτώνουν περίπου χίλιους ανθρώπους κάθε χρόνο – 996 το 2018, 1004 το 2019 – ενώ οι μαύροι πολίτες σκοτώνονται δυσανάλογα συχνότερα από άλλες ομάδες.
Στη Βραζιλία, οι αριθμοί είναι ακόμη πιο ωμοί: πάνω από 6.000 άνθρωποι σκοτώνονται ετησίως από αστυνομικές επιχειρήσεις, με τους μαύρους πολίτες να έχουν τριπλάσιες πιθανότητες να πέσουν νεκροί σε σχέση με τους λευκούς.
Και αυτά είναι μόνο τα νούμερα που καταγράφονται.

Εδώ στα μέρη μας το πρόβλημα δεν δείχνει τόσο σοβαρό αλλά ως μία ανησυχία τίθεται παντού, ακόμα και στις χώρες – σαν και τη δική μας – που δεν υπάρχουν ανησυχητικά στοιχεία θανάτων από αστυνομική βία. Άλλωστε ένα περιστατικό δεν χρειάζεται να καταλήξει στον θάνατο για να θεωρηθεί βία.
Το ένα βασικό θέμα λοιπόν είναι η κατάχρηση εξουσίας και η χρήση βίας. Το άλλο είναι η ατιμωρησία. Σε πολλές χώρες οι υποθέσεις αστυνομικής βίας ερευνώνται από… την ίδια την αστυνομία. Με άλλα λόγια, το σύστημα καλείται να ελέγξει τον εαυτό του. Μια μορφή αυτοκριτικής που καταλήγει στην γνωστή συνταγή. Ο σεφ να δοκιμάζει το πιάτο του και να το βρίσκει υπέροχο.
Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τις σφαίρες που βρίσκουν τον στόχο που έψαχναν. Αφορά και τα γκλομπ, τους «τυχαίους» θάνατους στη σύλληψη ή στα κρατητήρια, τα δακρυγόνα στις διαδηλώσεις, τις συλλήψεις που καταλήγουν σε βασανισμούς ή εξευτελισμό. Όλα αυτά είναι συστατικά της ίδιας συνταγής.
Και το φαινόμενο καταλήγει στο παράδοξο: ο πολίτης να φοβάται εκείνον που εξ ορισμού βρίσκεται εκεί για να τον προστατεύσει.
Το «μεμονωμένο περιστατικό» δούλεψε ως δικαιολογία τις πρώτες 20 χιλ. φορές αλλά πλέον έχει χάσει τη …δυναμική της. Αν κάτι συμβαίνει σε πολλές χώρες, επί δεκαετίες, με παρόμοιο τρόπο και παρόμοια αποτελέσματα, δεν είναι ατύχημα. Είναι δομή.
Η 15η Μαρτίου λοιπόν δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Είναι μια μικρή υπενθύμιση ότι η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο στις εκλογές (καλή ώρα, καλομελέτα κι΄έρχονται). Κρίνεται και στο πεζοδρόμιο. Στο ότι ο πολίτης όταν συναντά έναν αστυνομικό πρέπει να θεωρεί ότι τον προστατεύει και όχι ότι τον σημαδεύει.
Διότι όταν η στολή τρομάζει περισσότερο από το έγκλημα, τότε η εξουσία κλέβει την δόξα από την εγκληματικότητα και αυτό είναι ένα πολύ επικίνδυνο δεδομένο.


