Η ύπαρξη επικίνδυνων οικοδομών στην Κύπρο αποτελεί εδώ και χρόνια ένα γνωστό αλλά ουσιαστικά άλυτο πρόβλημα, το οποίο εξελίσσεται σε σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια. Περιστατικά με πτώσεις μπαλκονιών, καταρρεύσεις τοίχων και εκτεταμένες ρωγμές σε κτήρια επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για μια «ωρολογιακή βόμβα» που ενδέχεται να προκαλέσει ακόμη και ανθρώπινες απώλειες.
Σύμφωνα με στοιχεία που είχαν καταγραφεί το 2025, ο αριθμός των επικίνδυνων οικοδομών έφτανε τις 1.292 παγκύπρια, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση να εντοπίζεται στη Λευκωσία (618) και τη Λεμεσό (308), ενώ σημαντικοί αριθμοί καταγράφονταν και σε Λάρνακα (170) και Πάφο (170) και λιγότεροι στην Αμμόχωστο (26) . Ωστόσο, μετά τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τη μεταφορά της αρμοδιότητας στους Επαρχιακούς Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης (ΕΟΑ), χωρίς την ανάλογη χρηματοδότηση και στελέχωση, εκτιμάται ότι το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί και ο αριθμός των επικίνδυνων κτηρίων πιθανόν να έχει αυξηθεί.
Το ζήτημα είχε τεθεί επανειλημμένα ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, με τον γενικό γραμματέα του ΕΤΕΚ, Ανδρέα Θεοδότου, να προειδοποιεί ότι υπάρχουν πολυκατοικίες που ενδέχεται να καταρρεύσουν ακόμη και με έναν ελαφρύ σεισμό, υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης. Παράλληλα, τονίστηκε η ανάγκη για τακτικές επιθεωρήσεις κτηρίων και για άμεση λήψη μέτρων, ιδιαίτερα σε κοινόκτητες οικοδομές όπου διαμένει μεγάλος αριθμός πολιτών.
Παρά τις προσπάθειες για νομοθετική ρύθμιση του θέματος, η διαδικασία παραμένει σε εκκρεμότητα. Η ανάθεση αρμοδιοτήτων στους ΕΟΑ χωρίς προηγούμενη διαβούλευση και χωρίς εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων οδήγησε σε καθυστερήσεις και αδυναμία ουσιαστικής διαχείρισης του προβλήματος.
Ως αποτέλεσμα, ένα ζήτημα που εδώ και χρόνια αναγνωρίζεται ως κρίσιμο για την ασφάλεια του κοινού εξακολουθεί να παραμένει χωρίς ολοκληρωμένη αντιμετώπιση, εντείνοντας τις ανησυχίες για τις συνέπειες που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον.
πηγή philenews

