Ο Διεθνής Τύπος της εβδομάδας: Ιράν, ενέργεια και νέες ισορροπίες

Κυρίαρχο θέμα της εβδομάδας στον διεθνή Τύπο ήταν η κλιμάκωση γύρω από το Ιράν, μετά το αδιέξοδο των συνομιλιών με τις ΗΠΑ, τον ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ και τις προειδοποιήσεις για σοβαρές συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, τα διεθνή μέσα καταγράφουν τις διαφορετικές αναγνώσεις της σύγκρουσης από δυτικές, ιρανικές και ισραηλινές πηγές, αναδεικνύοντας τόσο τη στρατιωτική διάσταση όσο και τις κοινωνικές πιέσεις στο εσωτερικό του Ιράν.

Στην υπόλοιπη επικαιρότητα, ο Τύπος εστιάζει στην ενεργειακή στάση της νέας ηγεσίας της Ουγγαρίας απέναντι στη Ρωσία, στις νέες πρωτοβουλίες του Πεκίνου για την Ταϊβάν και στις πολιτικές στοχεύσεις πίσω από αυτές, καθώς και στις εξελίξεις στη Ρωσία και την Ουκρανία, όπου η συζήτηση μετατοπίζεται από την εκεχειρία στις εσωτερικές ισορροπίες ισχύος και στην προοπτική περαιτέρω κλιμάκωσης.

Ο δυτικός Τύπος

—————

Η ανάλυση «Μια δοκιμασία θέλησης στο Ιράν», που δημοσιεύθηκε στο Foreign Affairs στις 14 Απριλίου από τον Nate Swanson, εξετάζει το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Πακιστάν για τον τερματισμό του πολέμου, καθώς και τις στρατηγικές συνέπειες της ιρανικής κυριαρχίας στα Στενά του Ορμούζ. Ο Swanson υποστηρίζει ότι η Τεχεράνη έχει αποκτήσει νέο μοχλό πίεσης: την ικανότητα να κλείνει αποτελεσματικά τα Στενά, προκαλώντας σοβαρές αναταράξεις στο παγκόσμιο εμπόριο και αντλώντας έσοδα μέσω «διοδίων» από τα διερχόμενα πλοία. Κατά τον αρθρογράφο, ο Τραμπ αντέδρασε επιβάλλοντας ναυτικό αποκλεισμό, όμως η έκβαση θα κριθεί από το ποια πλευρά μπορεί να αντέξει μεγαλύτερο οικονομικό κόστος. Παρά τις σημαντικές απώλειες, το Ιράν, σύμφωνα με την ανάλυση, έχει αποκαταστήσει την αποτρεπτική του ισχύ και διατηρεί συνοχή στην ηγεσία του, παρά τις εσωτερικές εντάσεις μετά τον θάνατο ανώτατων αξιωματούχων. Ο Swanson εκτιμά ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να υποτιμά την ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος και τη βαθιά κοινωνικοοικονομική κρίση που ενισχύει τον εθνικισμό. Καταλήγει ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επιδιώξει τον άμεσο τερματισμό του πολέμου και την επαναλειτουργία των Στενών με περιορισμένες παραχωρήσεις, ενώ η μακροπρόθεσμη σταθερότητα θα εξαρτηθεί από την πορεία της ιρανικής ηγεσίας μετά τη σύγκρουση.

«Ο ναυτικός αποκλεισμός του Ντόναλντ Τραμπ στα Στενά του Ορμούζ είναι ένα επικίνδυνο στοίχημα» είναι ο τίτλος ανάλυσης που δημοσιεύθηκε στο The Economist στις 13 Απριλίου. Το κείμενο εξετάζει την απόφαση του Τραμπ να επιβάλει αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια και στις ακτές της χώρας, επιδιώκοντας να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ και να επιστρέψει στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Ο αποκλεισμός, που τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου, αποσκοπεί στην άσκηση οικονομικής πίεσης στο Ιράν, αλλά ενδέχεται να επιδεινώσει την παγκόσμια ενεργειακή κρίση και να προκαλέσει νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Οι ΗΠΑ σχεδιάζουν κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων, ενώ οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι, αν το μέτρο αποδειχθεί αποτελεσματικό, η Τεχεράνη μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με κατάρρευση της παραγωγής και υπερπληθωρισμό. Από την άλλη πλευρά, αναλυτές όπως ο Esfandyar Batmanghelidj εκτιμούν ότι το καθεστώς μπορεί να αντέξει επί μήνες, μέσω παράκαμψης των κυρώσεων και υπόγειας οικονομικής δραστηριότητας. Το άρθρο αναφέρει ότι οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μπορεί να εκτινάξουν τις τιμές του πετρελαίου στα 150 δολάρια το βαρέλι, ενώ χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα και η Τουρκία ενδέχεται να επηρεαστούν άμεσα. Ο συντάκτης εκτιμά ότι η κίνηση του Τραμπ υπονομεύει περαιτέρω το διεθνές δίκαιο και την αρχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.

Το άρθρο «Ο Μάγιαρ κρατά ανοιχτή την πόρτα στη ρωσική ενέργεια παρά τα σχέδια της ΕΕ για σταδιακή απεξάρτηση», που δημοσιεύθηκε στο Euronews στις 13 Απριλίου από τη Marta Pacheco, παρουσιάζει τις πρώτες δηλώσεις του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Πέτερ Μάγιαρ. Ο Μάγιαρ δήλωσε ότι η χώρα θα συνεχίσει να προμηθεύεται τη φθηνότερη διαθέσιμη ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της ρωσικής, παρά τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις για σταδιακή διακοπή των ρωσικών εισαγωγών έως το 2035. Όπως ανέφερε, «κανείς δεν μπορεί να αλλάξει τη γεωγραφία», υπογραμμίζοντας ότι προτεραιότητα της Ουγγαρίας είναι η οικονομικά αποδοτική και ασφαλής ενεργειακή τροφοδοσία. Οι δηλώσεις του προκάλεσαν ανησυχία στις Βρυξέλλες, οι οποίες είχαν χαιρετήσει την αποχώρηση του Βίκτορ Όρμπαν, αλλά ανησυχούν για ενδεχόμενη νέα απόκλιση από την κοινή ενεργειακή πολιτική της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο, η εξάρτηση της Ουγγαρίας από τη ρωσική ενέργεια ανέρχεται στο 90%, ενώ οι ροές μέσω του αγωγού Ντρούζμπα μηδενίστηκαν τους πρώτους μήνες του 2026. Η Βουδαπέστη στράφηκε σε εναλλακτικές θαλάσσιες εισαγωγές μέσω Κροατίας, αλλά η αντικατάσταση του ρωσικού πετρελαίου αυξάνει σημαντικά το κόστος προμήθειας.

Το άρθρο «Πόλεμος στο Ιράν: Η κατάρρευση των συνομιλιών είναι κακό νέο για τους απλούς Ιρανούς», που δημοσιεύθηκε στη DW στις 14 Απριλίου 2026 από τον Daniel Ameri, εξετάζει τη διακοπή των συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν στο Ισλαμαμπάντ και τις επιπτώσεις για την ιρανική κοινωνία. Αν και η εκεχειρία παραμένει προσωρινά σε ισχύ έως τις 22 Απριλίου, η αποτυχία των διαπραγματεύσεων εντείνει την οικονομική και κοινωνική πίεση στο εσωτερικό της χώρας. Σύμφωνα με το άρθρο, οι ΗΠΑ πρότειναν τον τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου και μερίδιο στα έσοδα από τα Στενά του Ορμούζ, όρους που η Τεχεράνη χαρακτήρισε υπερβολικούς. Ο πρόεδρος της Βουλής, Μοχαμάντ Μπάγερ Γκαλιμπάφ, και άλλες πολιτικές δυνάμεις τάσσονται υπέρ της συνέχισης της διπλωματικής οδού, ενώ οι σκληροπυρηνικοί υιοθετούν πιο συγκρουσιακή στάση. Στο εσωτερικό, ο πόλεμος έχει προκαλέσει απώλειες θέσεων εργασίας, κλείσιμο βιομηχανιών, άνοδο των τιμών και διακοπές στην πρόσβαση στο διαδίκτυο. Πολλοί πολίτες εκφράζουν κόπωση και ζητούν να διατηρηθεί η εκεχειρία. Η αναλύτρια Νάζιλα Γκολεστάν εκτιμά ότι η συνέχιση των διαπραγματεύσεων εξυπηρετεί τόσο την κοινωνία όσο και το ολοένα και πιο απομονωμένο καθεστώς. Ο Ameri σημειώνει ότι η πορεία προς την ειρήνη εξαρτάται όχι μόνο από τις ΗΠΑ και το Ιράν, αλλά και από τη στάση του Ισραήλ και των περιφερειακών δυνάμεων.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

—————-

«Αποτυχία στον πόλεμο, τζόγος στη θάλασσα: θα επιτεθεί ξανά η Αμερική;» ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος της ιρανικής ιστοσελίδας NourNews, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 12 Απριλίου. Το δημοσίευμα αναλύει την κλιμάκωση στις σχέσεις Ιράν-ΗΠΑ μετά το ναυάγιο των συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ. Το κείμενο υποστηρίζει ότι η κοινή επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν στόχευε στην πρόκληση ενός «στρατηγικού σοκ», με αποκεφαλισμό της ιρανικής ηγεσίας και παράλυση της διοίκησης, αλλά η 40ήμερη σύγκρουση ανέδειξε την αντοχή και την ικανότητα απάντησης της Τεχεράνης. Η ιρανική απάντηση, οι επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις, το κόστος για το Ισραήλ και ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ παρουσιάζονται ως ανατροπή των αρχικών δυτικών υπολογισμών. Η αποτυχία της 21ωρης διαπραγμάτευσης μεταξύ Μοχαμάντ Μπακέρ Καλινμπάφ και JD Vance στο Ισλαμαμπάντ περιγράφεται ως καμπή που οδηγεί σε υψηλότερο επίπεδο έντασης και σε νέα φάση αμερικανικής πίεσης. Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ για ναυτικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και η εξέταση «περιορισμένων επιθέσεων» ερμηνεύονται ως προσπάθεια δημιουργίας μιας ενδιάμεσης κατάστασης μεταξύ πολέμου και ειρήνης, στο πλαίσιο μιας «έξυπνης μέγιστης πίεσης» που συνδυάζει στρατιωτικά, οικονομικά και ψυχολογικά εργαλεία. Το άρθρο καταλήγει ότι η σύγκρουση έχει εισέλθει σε πιο σύνθετη στρατηγική φάση, όπου πόλεμος και διαπραγματεύσεις λειτουργούν συμπληρωματικά, και τονίζει πως η αποτελεσματική ιρανική αποτροπή μπορεί να καταστήσει επικίνδυνο για ΗΠΑ και Ισραήλ κάθε νέο στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό.

Η ανάλυση με τίτλο «Αναγκαιότητα ασφάλειας ή βαλτώδης παγίδα;», που δημοσιεύθηκε στην Israel Hayom στις 15 Απριλίου από τη Shirit Avitan Cohen, εξετάζει τις αντιπαραθέσεις για τη νέα ζώνη ασφαλείας του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο, ανάμεσα σε όσους θεωρούν ότι πρόκειται για προσωρινό στάδιο και σε εκείνους που υποστηρίζουν μόνιμη στρατιωτική παρουσία. Ο υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατζ, περιγράφει την επιχείρηση με στόχο την καταστροφή κατοικιών στα χωριά επαφής, την επέκταση των αμυντικών θέσεων και τη διατήρηση του ελέγχου έως τον ποταμό Λιτάνι, ώστε να αποτραπούν διεισδύσεις της Χεζμπολάχ. Ο Εχούντ Μπάρακ υπερασπίζεται την απόσυρση του 2000, δηλώνοντας πως θα την επαναλάμβανε, ενώ ο ε.α. ταξίαρχος Έφι Εϊτάμ θεωρεί τη ζώνη ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια των βόρειων κοινοτήτων και χαρακτηρίζει την ιδέα της «λιβανικής παγίδας» ως «επινοημένο ψεύδος». Ο Μεΐρ Μπεν-Σαμπάτ, πρώην επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, τονίζει ότι η διατήρηση ζώνης ασφαλείας πρέπει να συνοδεύεται από συνεχή επιθετική δράση, ώστε να μην παγιωθεί η ισχύς της Χεζμπολάχ. Και οι δύο προειδοποιούν ότι ο τερματισμός των στρατιωτικών επιχειρήσεων χάριν των διαπραγματεύσεων με τον Λίβανο θα υπονομεύσει την ασφάλεια του Ισραήλ.

Ο Τύπος της Ασίας

—————-

Το άρθρο «Προσοχή στην παγίδα των 10 μέτρων της Κίνας», που δημοσιεύθηκε στην Taipei Times στις 14 Απριλίου από τον Wang Hung-jen, αναλύει τη νέα δέσμη δέκα πολιτικών μέτρων που ανακοίνωσε το Γραφείο Υποθέσεων της Ταϊβάν της Κίνας μετά την επίσκεψη της προέδρου του Κουομιντάνγκ, Τσενγκ Λι-γουεν, στο Πεκίνο. Τα μέτρα περιλαμβάνουν ανταλλαγές νέων, εμπορικές διευκολύνσεις για γεωργικά και αλιευτικά προϊόντα, επανέναρξη πτήσεων και πολιτιστική συνεργασία. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι, παρά την εικόνα προσέγγισης, ο πραγματικός στόχος είναι η διαμόρφωση νέου πλαισίου αντιπροσώπευσης της Ταϊβάν μέσω κομματικών μηχανισμών. Κατά την ανάλυση, η πρόταση για «ομαλοποίηση της επικοινωνίας» μεταξύ Κουομιντάνγκ και Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας μετατοπίζει το βάρος από τον θεσμικό διάλογο στην κομματική διαχείριση, παρακάμπτοντας τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Ταϊβάν. Ο Wang σημειώνει επίσης ότι η επιλεκτική απελευθέρωση των εμπορικών αγορών συνδέεται με πολιτικές προϋποθέσεις, αυξάνοντας τον κίνδυνο οικονομικής εξάρτησης από το Πεκίνο. Ο συγχρονισμός με τις τοπικές εκλογές του Νοεμβρίου, προσθέτει, ενισχύει τις ενδείξεις παρέμβασης στο εσωτερικό πολιτικό κλίμα της Ταϊβάν.

Το άρθρο «Η στρατηγική λογική της ιστορικής συνάντησης του Σι Τζινπίνγκ με την Τσενγκ Λι-γουεν», που δημοσιεύθηκε στη South China Morning Post στις 14 Απριλίου από τον Jianlu Bi, εξετάζει τη σημασία της πρώτης συνάντησης ανάμεσα στην Πρόεδρο του Κουομιντάνγκ και τον Κινέζο ηγέτη, καθώς και τη σύνδεσή της με τη νέα δέσμη δέκα μέτρων του Πεκίνου για την Ταϊβάν. Ο αρθρογράφος εκτιμά ότι η επίσκεψη της Τσενγκ σηματοδοτεί στροφή στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές των Στενών, μετατρέποντας την πολιτική συνεννόηση σε απτά οφέλη μέσω μέτρων όπως η επανέναρξη απευθείας πτήσεων, η συνεργασία σε υποδομές και η ενίσχυση των πολιτιστικών και τουριστικών ανταλλαγών. Σύμφωνα με το άρθρο, η επαναβεβαίωση της «συναίνεσης του 1992» και η αντίθεση στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν παρουσιάζονται ως στοιχεία πολιτικού ρεαλισμού και σταθερότητας. Ο Bi υποστηρίζει ακόμη ότι η συνάντηση έχει και συμβολική διάσταση, καθώς συνδέεται με την ιδέα της πολιτισμικής συνέχειας του κινεζικού έθνους και αντιπαρατίθεται στις τάσεις «αποσινικοποίησης» του κυβερνώντος Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος. Το πακέτο μέτρων παρουσιάζεται ως εργαλείο ομαλοποίησης και συνδεσιμότητας, ιδίως για τις νήσους Κινμέν και Μάτσου.

Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας

——————

Το άρθρο «Μετά την εκεχειρία», που δημοσιεύθηκε στην Izvestia και ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2026, υποστηρίζει ότι η πασχαλινή εκεχειρία στην Ουκρανία είχε περιορισμένη διάρκεια και ότι ο πόλεμος δύσκολα θα τελειώσει σύντομα. Ο Oleg Karpovich αναφέρει ότι το Κίεβο δεν ανταποκρίθηκε στη «χειρονομία καλής θέλησης» του Βλαντίμιρ Πούτιν και ότι, σύμφωνα με το ρωσικό υπουργείο Άμυνας, οι ουκρανικές δυνάμεις παραβίασαν την κατάπαυση του πυρός πολλές φορές. Το κείμενο αναγνωρίζει παράλληλα ότι στην ουκρανική κοινωνία υπάρχει πραγματική επιθυμία για ειρήνη, ενώ σε Ευρώπη και ΗΠΑ ενισχύεται η κόπωση από τη συνεχιζόμενη χρηματοδότηση του πολέμου. Ο συγγραφέας εκτιμά, ωστόσο, ότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν έχει κίνητρο να αποδεχθεί ειρηνευτική συμφωνία, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκλογές και πιθανή απώλεια της εξουσίας. Το άρθρο προβλέπει νέα κλιμάκωση και αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί τερματισμού της σύγκρουσης.

Η ανάλυση «Μια νέα μάχη στο Κρεμλίνο», που δημοσιεύθηκε στο Kyiv Post και ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου, περιγράφει κλιμακούμενη σύγκρουση στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ ανάμεσα στον υπουργό Άμυνας Αντρέι Μπελούσοφ και τον σύμβουλο του Κρεμλίνου Σεργκέι Κιριένκο, ενόψει των εκλογών για τη Δούμα τον Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με τον Mikhail Zygar, το βασικό διακύβευμα είναι ο έλεγχος των λιστών του κυβερνώντος κόμματος «Ενωμένη Ρωσία» και η κατανομή έως 150 ασφαλών εδρών σε βετεράνους του πολέμου στην Ουκρανία. Ο αρθρογράφος σημειώνει ότι η κατάρτιση των λιστών αποτελούσε παραδοσιακά αρμοδιότητα του προεδρικού μηχανισμού, τον οποίο ελέγχει ο Κιριένκο, αλλά πλέον ο Μπελούσοφ αμφισβητεί ανοιχτά αυτή την ισορροπία. Η αντιπαράθεση, κατά την ανάλυση, αντανακλά ευρύτερο αγώνα ισχύος στον στενό κύκλο του Βλαντίμιρ Πούτιν. Το άρθρο καταλήγει ότι οι εκλογές θα αποτελέσουν κρίσιμη δοκιμασία για την αντοχή του συστήματος εξουσίας.

πηγή ΚΥΠΕ

Latest news
Related news