Οι φωτιές που δεν ξεχνιούνται
Υπάρχουν κάποιες εικόνες – πολύ πρόσφατες – που δεν γίνεται να διαγράψουμε από τη μνήμη μας.
Μαύρα βουνά. Καμένα σπίτια. Χωριά που μύριζαν στάχτη για εβδομάδες. Άνθρωποι που έβλεπαν τη φωτιά να πλησιάζει την αυλή τους και προσπαθούσαν να σώσουν ό,τι σώζεται. Άνθρωποι που έφυγαν άδικα και απάνθρωπα από τις γλώσσες της φωτιάς.
Τα ζήσαμε πέρσι. Τα ζήσαμε και πριν από πέρσι. Και κάθε καλοκαίρι έχουμε την ίδια σχεδόν τελετουργία: κοιτάζουμε τον ουρανό, μετράμε τα μποφόρ, τις θερμοκρασίες και ελπίζουμε πως «φέτος δεν θα γίνει το μεγάλο κακό». Λες και η ελπίδα μας είναι οι καιρικές συγκυρίες.
Την ώρα λοιπόν που όλοι οι υπόλοιποι κοιτάζουμε τις φλόγες από οθόνες και live συνδέσεις με κομμένη την ανάσα, κάποιοι άλλοι μπαίνουν μέσα στη φωτιά για να την ελέγξουν. Οι δασοπυροσβέστες. Εκείνοι που δουλεύουν με εξαντλητικά ωράρια, σε ακραίες συνθήκες, κουβαλώντας στην πλάτη όχι μόνο εξοπλισμό αλλά και την ευθύνη των ζωών και των περιουσιών μας.
Και όταν αυτοί οι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να λένε δημόσια «κάτι δεν πάει καλά», ίσως αξίζει να σταματήσουμε για λίγο και να τους ακούσουμε.
Η απεργία που δεν είναι “μία ακόμη απεργία”
Η ανακοίνωση για 48ωρη απεργία στις 25 και 26 Μαΐου, λίγες εβδομάδες πριν μπει για τα καλά η αντιπυρική περίοδος, δεν ακούγεται σαν μια συνηθισμένη εργασιακή διαφορά.
Δεν είναι απεργία γραφείου (με όλο το σεβασμό σε άλλες μορφές εργασιών). Δεν είναι μια διαφωνία για το ποιος θα πάρει το καλύτερο parking ή μία πιο άνετη καρέκλα.
Όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι που καλούνται την κρίσιμη στιγμή να σταθούν απέναντι σε πύρινα μέτωπα, προειδοποιούν για ζητήματα ασφάλειας, επιχειρησιακής ετοιμότητας και αθέτησης συμφωνιών, τότε η κουβέντα ξεφεύγει από τα στενά συνδικαλιστικά όρια.
Διότι ας πούμε τελικά το λογικό: ποιος γνωρίζει καλύτερα τις ελλείψεις; ο άνθρωπος πίσω από ένα γραφείο ή εκείνος που βρίσκεται μέσα στον καπνό με θερμοκρασίες που λιώνουν μέχρι και τις αντοχές του;
Κανείς δεν καταλαβαίνει περισσότερο τι σημαίνει ανεπαρκής εξοπλισμός, πίεση, εξάντληση και ευθύνη ζωής ή θανάτου από αυτούς που ζουν αυτή την πραγματικότητα κάθε καλοκαίρι.
Συμφωνίες, ευθύνες και… πειθαρχικά
Οι συντεχνίες καταγγέλλουν πως συμφωνίες που εφαρμόστηκαν πέρσι εγκαταλείφθηκαν φέτος. Ότι προσωπικό καλείται να αναλάβει κρίσιμες ευθύνες χωρίς αντίστοιχες αποζημιώσεις. Και πως αντί για λύσεις, η απάντηση είναι απειλές για πειθαρχικά μέτρα.
Αν όλα αυτά ισχύουν, τότε η εικόνα ξαναγυρνά στα γνώριμα Κυπριακά μας.
Διότι η Κύπρος μπαίνει ξανά σε ένα καλοκαίρι που προμηνύεται δύσκολο, ξηρό και επικίνδυνο όπως όλα τα καλοκαίρια μας. Και αν μέσα σε αυτή τη γνώριμη συνθήκη, οι άνθρωποι που κρατούν το βάρος της δασοπυρόσβεσης δηλώνουν πως αισθάνονται εκτεθειμένοι, δεν την λες καθυσηχαστική κατάσταση.
Πως να νιώσει ασφαλής μια κοινωνία που έχει ήδη μετρήσει τόσες πληγές αν οι άνθρωποι που θα κληθούν να μην επιτρέψουν καινούργιες δεν νιώθουν οχυρωμένοι; Όταν αυτοί οι άνθρωποι νιώθουν γυμνοί;

Το πραγματικό μήνυμα πίσω από τις φλόγες
Κανείς δεν θέλει απεργίες σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο. Αυτό είναι δεδομένο.
Αλλά εξίσου επικίνδυνο είναι να κάνεις πως δεν ακούς εκείνους που προειδοποιούν πως η ετοιμότητα υπονομεύεται.
Γιατί οι προηγούμενες τραγωδίες δίδαξαν πως στις πυρκαγιές δεν υπάρχει χρόνος για προχειρότητα, εσωτερικούς ανταγωνισμούς και πειράματα της τελευταίας στιγμής.
Η ουσία δεν είναι ποιος θα “κερδίσει” αυτή την αντιπαράθεση.
Η ουσία είναι αν το κράτος κατεφέρει να μπει στην πιο επικίνδυνη περίοδο του χρόνου με ένα σώμα δασοπυρόσβεσης που αισθάνεται ασφαλές, στηριγμένο και έτοιμο να επιχειρήσει.
Διότι όταν οι άνθρωποι που σβήνουν τις φωτιές αρχίζουν να φωνάζουν πως «κάτι καίγεται» μέσα στο ίδιο το σύστημα, τότε ίσως οι “πυρκαγιές” έχουν ήδη ξεκινήσει να καίνε προκαταβολικά τον τόπο. Ξανά.
Νίκος Κατσαρός

