Η εποχή που όλοι έγιναν «στούντιο»
Αν ξεκινάς την κουβέντα σου λέγοντας: «κάποτε…”αυτό” και το “άλλο”» είναι το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό του μπούμερ. Οπότε εις γνώσην μου δεν θα το αποφύγω. Κάποτε, που λες, για να βγεις «στον αέρα» χρειαζόσουν άδεια εισόδου, κονσόλα, παραγωγό, τεχνικό, ίσως και κάποιον να σου πει το πολύ χρήσιμο: «κόψ’ το αυτό».
Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Σήμερα από την άλλη τι χρειάζεσαι; Ένα κινητό, ένα ring light, δύο LED μπάρες από προσφορά Temu (μόνο για σήμερα!) και έναν φίλο που μπορεί να προφέρει πειστικά ένα: «πάμε, γράφουμε».
Και κάπως έτσι γέμισε η πλάση vidcasts.
Στο σαλόνι. Στο αυτοκίνητο. Σε μπαρμπέρικο. Σε airbnb που μετατράπηκε σε “creative space”. Μπορεί να ανοίξεις ένα ξεχασμένο σεντούκι και να πέσει πάνω σε έναν τύπο με μικρόφωνο να σου λέει κοιτώντας μία κάμερα από κινητό Xiaomi: «πες μου λίγο τη δική σου αλήθεια».
Και για να είμαστε δίκαιοι; Αυτό έχει μία δόση από κάτι όμορφο. Κάτι δημιουργικό.
Περισσότερες φωνές. Περισσότερη ελευθερία. Άνθρωποι που δεν θα έβρισκαν ποτέ μικρόφωνο στα παραδοσιακά media, τώρα έχουν κοινό και βήμα να ακουστούν.
Μόνο που κάπου σε αυτή τη διαδρομή, η πολυφωνία μπλέχτηκε με τον θόρυβο.
Δύο πολυθρόνες η μία απέναντι από την άλλη και ξαφνικά… δημοσιογραφία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι όλοι μιλούν. Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί ξεκίνησαν να παίρνουν συνεντεύξεις χωρίς να ξέρουν τι σημαίνει συνέντευξη.
Γιατί η συνέντευξη δεν είναι: κάτσε να τα πούμε, να πετάς μια πιασάρικη ατάκα που άκουσες στο TikTok, να λες «πωωω φίλε απίστευτο» κάθε τριάντα δευτερόλεπτα, ούτε να μετατρέπεις τον καλεσμένο σε κομπάρσο του δικού σου “εγώ”.
Η διαφορά ανάμεσα σε κουβέντα και συνέντευξη είναι η προετοιμασία.
Η έρευνα. Η σωστή ερώτηση. Το follow-up. Η ικανότητα να ακούσεις πραγματικά αυτό που ειπώθηκε.
Σήμερα, όμως, πολλές «συνεντεύξεις» θυμίζουν άνθρωπο που διάβασε βιαστικά δύο headlines πέντε λεπτά πριν πατήσει REC.
Αλλά τουλάχιστον το πλάνο είναι κινηματογραφικό. Ο φωτισμός μωβ όπως τον είχαμε οραματιστεί. Υπάρχει neon επιγραφή στον τοίχο. Οπότε: όλα καλά.
Το content, η δημιουργία περιεχομένου, έγινε fast food
Κάποτε την ψάχναμε την «καλή» εκπομπή. Την αναζητούσαμε και είχαν περάσει δύσκολα τεστ οι υποψήφιους παρουσιαστές για να διαλέξουμε ποιου την δουλειά θα τιμήσουμε. Τώρα ο αλγόριθμος μάς έχει ήδη σερβίρει δεκαπέντε αποσπάσματα, πριν προλάβουμε να τελειώσουμε το πρώτο.
Ένας ηθοποιός «σπάει τη σιωπή του».
Ένας influencer «απαντά πρώτη φορά την ίδια χιλιοειπωμένη ερώτηση.».
Ένας πρώην παίκτης reality «τα λέει έξω από τα δόντια και μας αποκαλύπτει τι έγινε πίσω από τις κάμερες έκείνο το βράδυ ».
Και ο θεατής σκρολάρει ασταμάτητα μέσα σε έναν ατελείωτο λαβύρινθο από πρόσωπα, thumbnails και clips που μοιάζουν όλα μεταξύ τους.
Δεν επιβιώνει απαραίτητα ο καλύτερος.
Επιβιώνει ο πιο συχνά παρόντας. Εκείνος που ανεβάζει ασταμάτητα. Εκείνος που μετατρέπει κάθε άσχετη αδιάφορη ανθρώπινη κουβέντα σε περιεχόμενο προς κατανάλωση.
Περισσότερα μικρόφωνα. Λιγότερη ουσία.
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν είχαμε τόση ποσότητα λέξεων και ταυτόχρονα τόσο λίγα άξια να ακουστούν.
Όλοι μιλούν.
Όλοι καταγράφουν.
Όλοι ανεβάζουν.
Αλλά όλο και πιο σπάνια κάποιος κάνει τη “δύσκολη ερώτηση”. Όλο και πιο σπάνια κάποιος ξέρει το θέμα που συζητά. Όλο και πιο σπάνια μια κουβέντα αφήνει κάτι πίσω της πέρα από βιντεάκια δεκαπέντε δευτερολέπτων.
Το πρόβλημα ίσως να μην είναι τελικά ότι υπάρχουν πάρα πολλά vidcasts.
Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι το μικρόφωνο έγινε πολύ φθηνό, αλλά η κατάρτιση παρέμεινε ακριβή και δύσκολη.


