Μία “μικρή” ιστορία με “μεγάλα” συμπεράσματα
Γράφει ο Νίκος Κατσαρός
Πήγα, που λες, να πάρω τον καφέ μου από το πρωινό μου στέκι. Από εκείνα τα μικρά καθημερινά τελετουργικά που δεν τα σκέφτεσαι καν. Μπαίνεις, λες την καλημέρα σου, παραγγέλνεις, βλέπεις τους ίδιους ανθρώπους, παίρνεις το ποτήρι στο χέρι — ενίοτε κάθομαι και δουλεύω λίγο — και συνεχίζεις τη μέρα σου.
Ένα πρωί, πριν λίγες μέρες, διαπίστωσα ότι έλειπε ένας από τους εργαζόμενους. Ένα παιδί που συνήθως είναι εκεί. Ήσυχο, ευγενικό, πάντα πρόθυμο. Ρώτησα τι έγινε.
«Είχε ένα μικροατύχημα με το μηχανάκι», μου είπαν. «Τίποτα σοβαρό».
Την επόμενη μέρα έμαθα ότι δεν ήταν ατύχημα με το μηχανάκι.
Ήταν δυστύχημα με την κοινωνία.
Ο νεαρός, Ινδός φοιτητής, πήγαινε μια παραγγελία στις καινούργιες φοιτητικές εστίες στη Λεμεσό. Τον σταμάτησαν τρία πιτσιρίκια, οριακά ανήλικα. Του επιτέθηκαν. Με λοστό. Με χέρια. Με εκείνη την ανεξήγητη βία που δεν ψάχνει αφορμή, ψάχνει απλώς σώμα με σωστή απόχρωση για να ξεσπάσει.
Δεν τον έκλεψαν. Δεν του πήραν τίποτα.
Τον χτύπησαν και έφυγαν.

Οι λέξεις κάποτε πιάνουν λοστό
Το παιδί αυτό δεν είναι «από εδώ». Είναι από την Ινδία. Σπουδάζει. Διαβάζει τη νύχτα. Δουλεύει μέσα στη μέρα, όχι μία, αλλά δύο δουλειές για να τα βγάλει πέρα. Θα μπορούσα να σταθώ στο πόσο ευγενικός είναι, στο πόσο χαμογελαστός, στο πόσο καλόβολος. Και είναι όλα αυτά.
Αλλά ας μην πέσουμε κι εμείς στην παγίδα.
Δεν είναι απαραίτητο ένας ξένος να είναι άριστος φοιτητής, τίμιος εργαζόμενος, γλυκομίλητος συνομιλητής και χαμογελαστός για να αξίζει να μην τον χτυπήσουν. Δεν χρειάζεται να περάσει από αυξημένης δυσκολίας εξετάσεις καλής συμπεριφοράς για να αναγνωριστεί ως άνθρωπος.
Απλώς δεν σηκώνεις λοστό και χέρι πάνω σε άνθρωπο.
Είναι τόσο απλό, όσο δύσκολο φαίνεται για κάποιους.
Όταν τον είδα και τον ρώτησα αν πήγε στην Αστυνομία, μου είπε όχι. Γιατί; «Επειδή είναι παιδιά. Επειδή δεν ξέρουν τι κάνουν.» Αυτό είπε αυτός που είναι επίσης παιδί. 22 ετών. Μου είπε ότι αφού δεν τον έκλεψαν, μάλλον είναι μπερδεμένα παιδιά.
Σκέψου το λίγο.
Το θύμα βρήκε χώρο μέσα στον πόνο του φουσκωμένου του ποδιού για να δικαιολογήσει τους θύτες του. Και εμείς, ως κοινωνία, δυσκολευόμαστε πολλές φορές να βρούμε χώρο για να δικαιολογήσουμε την ύπαρξη ενός ανθρώπου που απλώς γεννήθηκε κάπου αλλού.

Η ενοχή αλλάζει χρώμα, όχι γεγονότα
Την ίδια εκείνη μέρα που επέστρεψε στη δουλειά, στο ίδιο εκείνο μέρος, μια γυναίκα ήρθε να πάρει τον καφέ της και είπε στην υπάλληλο ότι της διέρρηξαν το σπίτι. Και ότι από τις κάμερες διαπιστώθηκε, όπως της είπαν, ότι ο δράστης ήταν άνθρωπος που είχε αποφυλακιστεί πρόσφατα για ανάλογα αδικήματα.
Βέρος Λεμεσιανός. «Δικός μας». Γέννημα θρέμμα του τόπου μας.
Δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις παραβατικότητας που «ουρλιάζουν» το ίδιο μοτίβο, το οποίο αναπόφευκτα σου έρχεται στο μυαλό:
Όταν ένας αλλοδαπός κάνει κάτι κακό, κάποιοι βλέπουμε στο πρόσωπό του όλους τους αλλοδαπούς. Όταν ένας ντόπιος κάνει κάτι κακό, βλέπουμε απλώς έναν κακό άνθρωπο. Έναν.
Ο ξένος κουβαλά συλλογική ενοχή. Ο ντόπιος κουβαλά προσωπική ευθύνη.
Ο ένας είναι η «απόδειξη». Ο άλλος η «εξαίρεση».
Έτσι χτίζεται το ψέμα.
Δεν τους ενοχλεί πάντα η παραβατικότητα. Τους ενοχλεί ποιος την κάνει.
Η ξενοφοβία δεν ψάχνει αλήθεια, ψάχνει υλικό
Ας συμφωνήσουμε λοιπόν σ’ αυτό: Υπάρχουν αλλοδαποί που παρανομούν. Φυσικά και υπάρχουν. Όπως υπάρχουν Κύπριοι που παρανομούν. Όπως υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι σε κάθε χώρα, σε κάθε γειτονιά, σε κάθε θρησκεία, σε κάθε γλώσσα.
Αλλά η ξενοφοβία δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια. Ενδιαφέρεται για το υλικό που εξυπηρετεί το αφήγημά της.
Παίρνει ένα περιστατικό, το φουσκώνει, το απλώνει πάνω σε ολόκληρους πληθυσμούς και μετά κάνει ότι ανακάλυψε το λάθος στο κοινωνικό λογισμικό. Δεν ανακάλυψε τίποτα. Απλώς έντυσε την υπάρχουσα προκατάληψη με ύφος σοβαρότητας.

Τα παιδιά δεν γεννιούνται με λοστό στο χέρι
Ποια λοιπόν είναι η μεγάλη ευθύνη; Διότι τα παιδιά δεν γεννιούνται με λοστό στο χέρι. Κάπου στο σπίτι ακούνε κάτι. Κάπου βλέπουν. Κάπου μαθαίνουν ότι ο «ξένος» είναι πρόβλημα πριν γίνει πρόσωπο. Κάπου τους ψιθυρίζεται ότι η οργή τους έχει στόχο και αιτία. Ότι για τη δυσκολία τους φταίει εκείνος που μιλά άλλη γλώσσα. Εκείνος που παραδίδει τον καφέ, το φαγητό, το πακέτο, και οφείλει να είναι αόρατος, χρήσιμος και σιωπηλός.
Και αυτός ο ψίθυρος δεν έρχεται πάντα από το περιθώριο.
Πολλές φορές φοράει κοστούμι. Βγαίνει στα πάνελ. Γίνεται ανακοίνωση και σύνθημα. Γίνεται προεκλογικό καύσιμο. Γίνεται «ανησυχία για την κοινωνία». Γίνεται δήθεν πατριωτισμός.
Και όταν η φάση φτάσει στο αίμα, ξεκινάνε οι γνωστές δικαιολογίες:
«Δεν εννοούσαμε αυτό».
Να το δεχθούμε, χάρην της συζήτησης. Δεν εννοούσες αυτό. Αλλά τι να κάνουμε που έτσι ακούστηκε σε εκείνους που έψαχναν άδεια και αιτία για να μισήσουν;
Μη δέχεσαι έτοιμα συμπεράσματα από εμπόρους φόβου
Δεν θα σου πω εγώ, αναγνώστη μου, ποιον να φοβάσαι και ποιον να εμπιστεύεσαι. Δεν θα σου πω ότι όλοι είναι καλοί, διότι δεν είναι. Δεν θα σου πω ότι δεν υπάρχει παραβατικότητα, διότι υπάρχει. Δεν θα σου πουλήσω παραμύθι από την ανάποδη.
Θα σου πω μόνο να μη δέχεσαι έτοιμα συμπεράσματα από ανθρώπους που ζουν πολιτικά από τον φόβο σου.
Οι σημαίες, τα διαβατήρια και οι θρησκείες δεν φτιάχνουν από μόνα τους ανθρώπους. Η παιδεία, το ήθος, οι επιλογές και το ποιόν τους το κάνουν.
Και δεν είσαι τόσο ανόητος ώστε να χρειάζεσαι κάποιον να σου δείχνει ποιον πρέπει να μισήσεις — αν είναι απαραίτητο να μισήσεις κάποιον.
Έχεις μάτια. Έχεις κρίση. Γνώρισε τον άνθρωπο και μετά αποφάσισε τι μέρος του λόγου είναι.
Γιατί πόρισμα χωρίς έρευνα είναι σαν γευσιγνωσία από φωτογραφίες.
Κι εμείς γεμίσαμε ειδικούς που δεν «δοκίμασαν» ποτέ άνθρωπο. Απλά τον κοίταξαν από μακριά και αποφάσισαν τι γεύση έχει.

