ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΜΕΡΕΣ: Μετά από 773.000 εξώδικα και €27,9 εκατ. εισπράξεις – Τι μάθαμε, τι δεν καταφέραμε, τι πετύχαμε

Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την έναρξη της κανονικής λειτουργίας τους, οι κάμερες έχουν καταγράψει εκατοντάδες χιλιάδες παραβάσεις. Οι εισπράξεις είναι μετρήσιμες, οι εκκρεμότητες τεράστιες, αλλά η συνολική επίδραση του συστήματος στα δυστυχήματα δεν έχει παρουσιαστεί με την ίδια σαφήνεια.

Κάμερες φωτοεπισήμανσης: Ο λογαριασμός είναι σαφής, το αποτέλεσμα όχι

Μπήκαν στους δρόμους με έναν ξεκάθαρο και δύσκολα αμφισβητήσιμο στόχο: να περιορίσουν την υπερβολική ταχύτητα, την παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη και άλλες επικίνδυνες συμπεριφορές, συμβάλλοντας στη μείωση των σοβαρών τραυματισμών και των θανάτων.

Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την έναρξη της κανονικής επιβολής προστίμων, γνωρίζουμε αρκετά καλά πόσες παραβάσεις καταγράφηκαν και πόσα χρήματα εισπράχθηκαν. Δεν γνωρίζουμε, όμως, με την ίδια ακρίβεια πόσες οδικές συγκρούσεις αποτράπηκαν, πόσοι σοβαροί τραυματισμοί περιορίστηκαν και ποια συγκεκριμένα σημεία του οδικού δικτύου έγιναν ασφαλέστερα εξαιτίας των καμερών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύστημα απέτυχε. Σημαίνει ότι η δημόσια αξιολόγησή του παραμένει ελλιπής.

Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν οι κάμερες αποφέρουν έσοδα. Αυτό αποδεικνύεται από τους αριθμούς. Το ερώτημα είναι αν τα έσοδα αυτά συνοδεύονται από το αποτέλεσμα για το οποίο δημιουργήθηκε το σύστημα: λιγότερες σοβαρές και θανατηφόρες συγκρούσεις.

Από τις προειδοποιήσεις στα κανονικά εξώδικα

Η πιλοτική λειτουργία του συστήματος άρχισε στις 25 Οκτωβρίου 2021. Μέχρι το τέλος εκείνης της χρονιάς αποστέλλονταν προειδοποιητικές επιστολές, ενώ η κανονική έκδοση εξωδίκων άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2022.

Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε 90 σταθερές κάμερες σε 30 σημεία και 20 κινητές μονάδες. Σε επίσημη κοινοβουλευτική απάντηση του Αυγούστου του 2025 αναφερόταν ότι είχαν πλέον εγκατασταθεί 90 σταθερές κάμερες σε 31 σημεία, χωρίς να υπάρχει τότε σχεδιασμός για περαιτέρω αύξηση του αριθμού τους.

Ο επίσημος στόχος δεν ήταν η δημιουργία ενός ακόμη μηχανισμού είσπραξης. Ήταν η πρόληψη και η μείωση των θανατηφόρων και σοβαρών τραυματισμών, στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής οδικής ασφάλειας και του στόχου για σημαντική μείωση των θυμάτων μέχρι το 2030.

Αυτός είναι και ο μόνος δίκαιος τρόπος να κριθούν οι κάμερες: όχι μόνο από το πόσους οδηγούς κατέγραψαν, αλλά από το αν άλλαξαν επικίνδυνες συμπεριφορές και περιόρισαν τις συνέπειές τους.

Τι γνωρίζουμε με βεβαιότητα μέχρι τον Μάρτιο του 2024

Τα πληρέστερα συγκεντρωτικά στοιχεία για την πρώτη περίοδο λειτουργίας του συστήματος παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου και καλύπτουν το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2022 μέχρι τις 14 Μαρτίου 2024.

Κατάσταση υπόθεσηςΑριθμός
Καταγεγραμμένες υποθέσεις323.176
Εξώδικα που εκδόθηκαν320.447
Εξώδικα που πληρώθηκαν147.188
Εξώδικα που δεν είχαν επιδοθεί149.094
Υποθέσεις για τις οποίες σχηματίστηκε ποινικός φάκελος24.165

Τα στοιχεία αυτά δίνουν μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική εικόνα. Από τα 320.447 εξώδικα που είχαν εκδοθεί:

  • περίπου το 45,9% είχε πληρωθεί,
  • περίπου το 46,5% δεν είχε ακόμη επιδοθεί,
  • για περίπου το 7,5% είχε σχηματιστεί ποινικός φάκελος.

Οι τρεις κατηγορίες αθροίζουν ακριβώς το σύνολο των εκδοθέντων εξωδίκων. Πρόκειται, συνεπώς, για τον καθαρότερο και αριθμητικά συνεπέστερο απολογισμό που έχει δημοσιοποιηθεί για την πρώτη διετία λειτουργίας.

Ο αριθμός των εξωδίκων που δεν είχαν επιδοθεί ήταν σχεδόν ίσος με τον αριθμό εκείνων που είχαν πληρωθεί. Το εύρημα αυτό αποκαλύπτει ότι, τουλάχιστον σε εκείνη την περίοδο, το μεγαλύτερο λειτουργικό πρόβλημα του συστήματος δεν βρισκόταν στην καταγραφή της παράβασης, αλλά σε όσα ακολουθούσαν: στον εντοπισμό του υπεύθυνου οδηγού, στην επίδοση και στην ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Η νεότερη εικόνα μέχρι το 2025 — με αναγκαίο αστερίσκο

Για την περίοδο μετά τον Μάρτιο του 2024 δεν έχει δημοσιευθεί, σε εύκολα προσβάσιμη πρωτογενή μορφή, ένας ενιαίος επίσημος πίνακας που να διαχωρίζει ανά έτος:

καταγραφές, εκδοθέντα εξώδικα, επιδοθέντα, πληρωμένα, ακυρωμένα, ανεπίδοτα και υποθέσεις που οδηγήθηκαν στο δικαστήριο.

Υπάρχουν, ωστόσο, νεότερα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν τον Ιανουάριο του 2026 και αποδόθηκαν από το δημοσίευμα στην Τροχαία και στη διαχειρίστρια εταιρεία του συστήματος.

Σύμφωνα με αυτά:

ΈτοςΕκδοθέντα εξώδικαΠληρωμέναΣε εκκρεμότητα
202279.28857.43821.850
2023168.061103.83164.230
2024256.704140.347116.362
2025*269.127105.373163.754
Σύνολο773.180406.989366.196

Με βάση την τάξη μεγέθους των αριθμών, περίπου το 52,6% των εξωδίκων εμφανίζεται ως πληρωμένο και περίπου το 47,4% ως εκκρεμότητα.

Η απαραίτητη σημείωση αξιοπιστίας

Τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν πρέπει να παρουσιαστούν ως απολύτως ακριβής και πρωτογενώς επαληθευμένος επίσημος απολογισμός.

Το δημοσίευμα αναφέρει ως καταληκτική ημερομηνία για τα στοιχεία του 2025 την «31η Νοεμβρίου», ημερομηνία που δεν υπάρχει. Επιπλέον, για το 2024, τα 140.347 πληρωμένα και τα 116.362 εκκρεμή αθροίζουν 256.709, ενώ ως συνολικός αριθμός εκδοθέντων εξωδίκων αναφέρονται 256.704 — διαφορά πέντε υποθέσεων. Η ίδια απόκλιση εμφανίζεται και στο συνολικό άθροισμα.

Η διαφορά των πέντε υποθέσεων είναι αμελητέα ως ποσοστό, αλλά δεν είναι δημοσιογραφικά θεμιτό να τη διορθώσουμε αυθαίρετα ή να υποθέσουμε ποια από τις στήλες περιέχει το λάθος.

Για αυτό, τα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο με στρογγυλοποιημένη διατύπωση:

Περίπου 773.000 εξώδικα είχαν εκδοθεί μέχρι σχεδόν το τέλος του 2025, από τα οποία περίπου 407.000 εμφανίζονταν ως πληρωμένα και περίπου 366.000 βρίσκονταν σε διάφορα στάδια εκκρεμότητας.

Δεν μπορούμε, επίσης, να χαρακτηρίσουμε το σύνολο των 366.000 ως εξώδικα που οι οδηγοί «αρνήθηκαν να πληρώσουν». Η εκκρεμότητα μπορεί να αφορά υποθέσεις που δεν είχαν ακόμη επιδοθεί, υποθέσεις σε διαδικασία επίδοσης ή ταυτοποίησης, καθώς και υποθέσεις που κατευθύνονταν ή είχαν ήδη οδηγηθεί ενώπιον δικαστηρίου.

Η επίδοση παραμένει ο αδύναμος κρίκος

Μια κάμερα μπορεί να καταγράψει μια παράβαση μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας, όμως, προϋποθέτει μια ολόκληρη διοικητική αλυσίδα:

να ελεγχθεί το υλικό, να ταυτοποιηθεί το όχημα, να εντοπιστεί ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, να διαπιστωθεί ποιος οδηγούσε, να εκδοθεί το εξώδικο, να επιδοθεί και τελικά να πληρωθεί ή να οδηγηθεί η υπόθεση στη Δικαιοσύνη.

Τα επίσημα στοιχεία μέχρι τον Μάρτιο του 2024, με 149.094 ανεπίδοτα εξώδικα, δείχνουν ότι το σύστημα μπορούσε να εντοπίζει μαζικά παραβάσεις, αλλά δυσκολευόταν να μετατρέψει μεγάλο μέρος αυτών των καταγραφών σε ολοκληρωμένες διοικητικές πράξεις.

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς λογιστικό. Δημιουργεί ζήτημα ισονομίας.

Ο οδηγός που παραλαμβάνει και πληρώνει εγκαίρως αντιμετωπίζεται διαφορετικά από εκείνον που δεν εντοπίζεται ή αποφεύγει την επίδοση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όσο περισσότερο συσσωρεύονται οι ανεπίδοτες υποθέσεις, τόσο περισσότερο υπονομεύεται η αίσθηση ότι ο νόμος εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Παράλληλα, η κατηγορία «εκκρεμή» δεν είναι αρκετά αναλυτική για να επιτρέπει πλήρη αξιολόγηση. Άλλο είναι ένα εξώδικο που εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες και αναμένει επίδοση, άλλο μια υπόθεση που παραμένει ανεπίδοτη επί μήνες και άλλο μια υπόθεση για την οποία σχηματίστηκε ποινικός φάκελος.

Χωρίς αυτόν τον διαχωρισμό, ο μεγάλος αριθμός εκκρεμοτήτων εντυπωσιάζει, αλλά δεν εξηγεί με ακρίβεια τι ακριβώς συμβαίνει.

Τα €27,9 εκατομμύρια που εισπράχθηκαν

Σε επίσημη γραπτή απάντηση του Υπουργού Δικαιοσύνης προς τη Βουλή, ημερομηνίας 3 Σεπτεμβρίου 2025, αναφέρεται ότι από την έναρξη της κανονικής λειτουργίας του συστήματος είχαν εισπραχθεί συνολικά €27.901.692.

Αυτό είναι το ασφαλέστερο και πιο πρόσφατο πλήρως επίσημο ποσό εισπράξεων που έχει εντοπιστεί.

Πρόκειται, όμως, για ακαθάριστες εισπράξεις από εξώδικα. Δεν πρόκειται αυτομάτως για καθαρό κέρδος του κράτους.

Για να υπολογιστεί το πραγματικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, θα έπρεπε να γνωρίζουμε τουλάχιστον:

  • πόσα χρήματα καταβλήθηκαν κάθε χρόνο στον ανάδοχο,
  • το κόστος της αστυνομικής και διοικητικής διαχείρισης,
  • το κόστος των επιδόσεων και της ταχυδρομικής διαδικασίας,
  • το κόστος των υποθέσεων που οδηγούνται στα δικαστήρια,
  • τις δαπάνες για λογισμικό, αλλαγές και τεχνική υποστήριξη,
  • τα ποσά που αποδίδονται σε δήμους και κοινότητες.

Δεν έχει δημοσιοποιηθεί ένας ενιαίος λογαριασμός που να συγκεντρώνει όλες αυτές τις παραμέτρους και να καταλήγει σε καθαρό οικονομικό αποτέλεσμα.

Πού καταλήγουν τα χρήματα

Σύμφωνα με την ίδια επίσημη κοινοβουλευτική απάντηση, ο γενικός κανόνας είναι ότι τα έσοδα κατατίθενται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.

Για ορισμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στους σχετικούς Κανονισμούς, το 80% του ποσού αποδίδεται στον οικείο δήμο ή στην κοινότητα και το υπόλοιπο 20% στο Πάγιο Ταμείο.

Στην επίσημη απάντηση διευκρινίζεται ότι:

  • τα έσοδα από την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας και τη μη χρήση ζώνης ασφαλείας καταλήγουν εξ ολοκλήρου στο Πάγιο Ταμείο,
  • για παραβάσεις όπως η παραβίαση κόκκινου σηματοδότη, η χρήση κινητού τηλεφώνου, η παραβίαση της γραμμής στάσης και η μη χρήση κράνους, εφαρμόζεται η κατανομή 80% προς την τοπική αρχή και 20% προς το Πάγιο Ταμείο, όπου συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι δεν υπάρχει νομοθετική πρόνοια που να δεσμεύει ένα συγκεκριμένο μέρος των εσόδων αποκλειστικά για:

  • βελτίωση επικίνδυνων δρόμων,
  • φωτισμό,
  • ασφαλείς διαβάσεις,
  • διαχωριστικές νησίδες,
  • προγράμματα οδικής παιδείας,
  • άλλες παρεμβάσεις οδικής ασφάλειας.

Άρα, τα χρήματα προέρχονται από ένα μέτρο οδικής ασφάλειας, αλλά δεν επιστρέφουν υποχρεωτικά και με διαφανή τρόπο στην οδική ασφάλεια.

Τι κόστισε το σύστημα

Η σύμβαση για τη μελέτη, εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση του συστήματος κατακυρώθηκε στην Conduent State and Local Solutions Inc., με συμβατική αξία €34.076.970 πλέον ΦΠΑ.

Το ποσό αυτό δεν πρέπει να συγκριθεί μηχανικά με τις εισπράξεις των €27,9 εκατομμυρίων για να εξαχθεί συμπέρασμα ότι το κράτος «κερδίζει» ή «χάνει».

Οι δύο αριθμοί:

  • καλύπτουν διαφορετικές χρονικές περιόδους,
  • δεν μας λένε πόσο από τη συνολική συμβατική αξία είχε πράγματι καταβληθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025,
  • δεν περιλαμβάνουν με τον ίδιο τρόπο τον ΦΠΑ,
  • δεν συνυπολογίζουν το ευρύτερο διοικητικό και δικαστικό κόστος,
  • δεν λαμβάνουν υπόψη την απόδοση μέρους των εσόδων στις τοπικές αρχές.

Χωρίς τις πραγματικές πληρωμές ανά έτος και το συνολικό λειτουργικό κόστος, δεν μπορεί να υπολογιστεί με ασφάλεια το καθαρό δημοσιονομικό όφελος.

Ο ανάδοχος δεν πληρώνεται ανά πρόστιμο

Κατά καιρούς διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία που λειτουργεί το σύστημα αμείβεται ανάλογα με τον αριθμό των καταγεγραμμένων παραβάσεων ή των προστίμων που πληρώνονται.

Το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών διευκρίνισε επισήμως τον Δεκέμβριο του 2025 ότι ο ανάδοχος δεν λαμβάνει προμήθεια ανά παράβαση, εξώδικο ή πληρωμένο πρόστιμο.

Η αμοιβή του υπολογίζεται με βάση τις ώρες λειτουργίας των σταθερών και κινητών καμερών, σύμφωνα με τις ωριαίες τιμές που προβλέπονται στη σύμβαση.

Αυτό αποκλείει τον ισχυρισμό ότι η εταιρεία έχει άμεσο οικονομικό κίνητρο να «κόβει περισσότερα πρόστιμα» για να εισπράττει ποσοστό από το καθένα.

Δεν αποκλείει, βεβαίως, την ανάγκη ελέγχου της συνολικής οικονομικής αποδοτικότητας της σύμβασης. Απλώς ο έλεγχος πρέπει να στηρίζεται στον πραγματικό τρόπο αμοιβής και όχι σε έναν ανακριβή ισχυρισμό.

Έγιναν ασφαλέστεροι οι δρόμοι;

Εδώ βρίσκεται το δυσκολότερο και ουσιαστικότερο μέρος της αξιολόγησης.

Τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία καταγράφουν για την Κύπρο:

ΈτοςΝεκροί σε οδικές συγκρούσεις
201952
202145
202237
202334
202441

Τα δύο πρώτα χρόνια της κανονικής λειτουργίας των καμερών συνέπεσαν με μείωση των οδικών θανάτων. Το 2024, όμως, καταγράφηκε νέα αύξηση στους 41 νεκρούς. Για το 2025, ο απολογισμός που δημοσιεύθηκε στο τέλος του έτους έκανε λόγο για 45 θανάτους.

Οι αριθμοί αυτοί δεν επιτρέπουν ούτε πανηγυρισμούς ούτε εύκολη καταδίκη του συστήματος.

Δεν μπορούμε να πούμε ότι η μείωση του 2022 και του 2023 προκλήθηκε αποκλειστικά από τις κάμερες. Δεν μπορούμε επίσης να πούμε ότι η αύξηση του 2024 και του 2025 αποδεικνύει ότι οι κάμερες απέτυχαν.

Ο ετήσιος αριθμός των νεκρών επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες:

  • τον όγκο της κυκλοφορίας,
  • την κατάσταση του οδικού δικτύου,
  • την αστυνόμευση,
  • την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ή ουσιών,
  • τη χρήση κινητού,
  • τη χρήση ζώνης και κράνους,
  • την ηλικία και την ασφάλεια του στόλου οχημάτων,
  • τη συμπεριφορά των οδηγών,
  • την τυχαία ετήσια διακύμανση.

Η ίδια η ευρωπαϊκή στατιστική αξιολόγηση προειδοποιεί ότι σε μικρές χώρες, όπου οι απόλυτοι αριθμοί είναι σχετικά χαμηλοί, ακόμη και λίγες επιπλέον θανατηφόρες συγκρούσεις μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη ποσοστιαία μεταβολή από τη μια χρονιά στην άλλη.

Επομένως, η απλή σύγκριση «πριν και μετά τις κάμερες» δεν αρκεί για να αποδείξει αιτιώδη σχέση.

Η ένδειξη ότι οι οδηγοί άλλαξαν συμπεριφορά

Υπάρχει, πάντως, ένα συγκεκριμένο και μετρήσιμο παράδειγμα αλλαγής συμπεριφοράς.

Στην πιλοτική φωτοελεγχόμενη διασταύρωση των λεωφόρων Δημοσθένη Σεβέρη και Γρίβα Διγενή, οι παραβάσεις του κόκκινου σηματοδότη και του φωτεινού βέλους μειώθηκαν:

  • από 3.114 το πρώτο τρίμηνο του 2022
  • σε 1.349 το τελευταίο τρίμηνο του 2023.

Πρόκειται για μείωση περίπου 57%. Οι παραβάσεις του φωτεινού βέλους μειώθηκαν αντίστοιχα από 696 σε 263.

Το στοιχείο αυτό αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι η σταθερή παρουσία της κάμερας οδήγησε σε μεγαλύτερη συμμόρφωση στο συγκεκριμένο σημείο.

Δεν αποδεικνύει, όμως, από μόνο του ότι:

  • μειώθηκαν οι συγκρούσεις στη διασταύρωση,
  • μειώθηκαν οι σοβαροί τραυματισμοί,
  • περιορίστηκαν τα δυστυχήματα σε ολόκληρο το οδικό δίκτυο.

Η μείωση των παραβάσεων είναι σημαντικός ενδιάμεσος δείκτης. Ο τελικός δείκτης, όμως, πρέπει να είναι η μείωση των συγκρούσεων και των θυμάτων.

Τα στοιχεία που λείπουν για μια πραγματική αξιολόγηση

Για να αποδειχθεί επιστημονικά και όχι απλώς να υποτεθεί η αποτελεσματικότητα των καμερών, χρειάζεται ανάλυση για κάθε φωτοελεγχόμενο σημείο:

  • πόσες συγκρούσεις σημειώνονταν πριν από την εγκατάσταση,
  • πόσες μετά,
  • πόσοι άνθρωποι τραυματίστηκαν σοβαρά,
  • πόσοι έχασαν τη ζωή τους,
  • αν άλλαξε ο όγκος της κυκλοφορίας,
  • αν οι συγκρούσεις μετακινήθηκαν σε γειτονικούς δρόμους,
  • τι συνέβη σε αντίστοιχα σημεία χωρίς κάμερες.

Μια σοβαρή αξιολόγηση θα έπρεπε να συγκρίνει τουλάχιστον τρία χρόνια πριν και τρία χρόνια μετά την εγκατάσταση, με διορθώσεις για τις μεταβολές στην κυκλοφορία και άλλους εξωτερικούς παράγοντες.

Τέτοιος ολοκληρωμένος δημόσιος απολογισμός, ανά σημείο και με κοινή μεθοδολογία, δεν έχει παρουσιαστεί μαζί με τα οικονομικά στοιχεία.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο έλλειμμα διαφάνειας του συστήματος.

Το κράτος δημοσιοποιεί πόσες κάμερες λειτουργούν, πόσα εξώδικα εκδόθηκαν και πόσα χρήματα εισπράχθηκαν. Δεν έχει παρουσιάσει με την ίδια συστηματικότητα πόσες συγκρούσεις, σοβαροί τραυματισμοί ή θάνατοι περιορίστηκαν στα σημεία όπου τοποθετήθηκαν οι κάμερες.

Τι πιστεύουν οι πολίτες

Η πληρέστερη αντιπροσωπευτική έρευνα που έχει εντοπιστεί πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο και Απρίλιο του 2022 από την IMR και το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, για λογαριασμό της Αστυνομίας, σε δείγμα 1.000 ατόμων.

Το 69% των ερωτηθέντων πίστευε τότε ότι το σύστημα φωτοεπισήμανσης θα βοηθούσε στην πρόληψη και στη μείωση των θανατηφόρων οδικών συγκρούσεων.

Η έρευνα αποτυπώνει, όμως, τις προσδοκίες της κοινωνίας κατά τους πρώτους μήνες εφαρμογής. Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέτρηση της σημερινής στάσης των πολιτών, έπειτα από τέσσερα χρόνια εμπειρίας, αντιδράσεων, αλλαγών και εκατοντάδων χιλιάδων εξωδίκων.

Χωρίς νεότερη αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση, δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια:

  • πόσοι πολίτες θεωρούν σήμερα τις κάμερες δίκαιο μέτρο,
  • πόσοι τις αντιμετωπίζουν ως εισπρακτικό μηχανισμό,
  • αν διαφοροποιούν τη στάση τους απέναντι στις σταθερές και τις κινητές κάμερες,
  • αν πιστεύουν ότι βρίσκονται στα πραγματικά επικίνδυνα σημεία,
  • αν άλλαξαν οι ίδιοι οδηγική συμπεριφορά εξαιτίας του συστήματος.

Οι έντονες αντιδράσεις που εκφράζονται δημόσια είναι υπαρκτές, αλλά δεν αποτελούν από μόνες τους αντιπροσωπευτική μέτρηση της κοινωνίας.

Είναι τελικά ένας ακόμη τρόπος είσπραξης;

Η απάντηση εξαρτάται από το πώς τίθεται το ερώτημα.

Αποφέρουν οι κάμερες σημαντικά έσοδα;

Ναι.

Οι επίσημες εισπράξεις είχαν φθάσει τα €27,9 εκατομμύρια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον υποθέσεις παρέμεναν σε διάφορα στάδια εκκρεμότητας.

Μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν καθαρό κέρδος για το κράτος;

Όχι με τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν διαθέτουμε πλήρη συγκεντρωτικό απολογισμό του κόστους λειτουργίας, των πραγματικών πληρωμών προς τον ανάδοχο, του διοικητικού κόστους, των δικαστικών διαδικασιών και των ποσών που καταλήγουν στις τοπικές αρχές.

Μπορούμε να πούμε ότι εγκαταστάθηκαν αποκλειστικά για εισπρακτικούς λόγους;

Όχι.

Ο επίσημος σκοπός τους είναι η οδική ασφάλεια, ενώ ο ανάδοχος δεν πληρώνεται ανά πρόστιμο. Υπάρχουν επίσης συγκεκριμένες ενδείξεις ότι σε ορισμένα σημεία η παρουσία τους περιόρισε σημαντικά τις παραβάσεις.

Μπορούμε να πούμε ότι απέδειξαν ήδη τη συνολική τους αποτελεσματικότητα;

Επίσης όχι.

Η συνολική πορεία των οδικών θανάτων δεν επιτρέπει απλή αιτιώδη σύνδεση, ενώ δεν έχει παρουσιαστεί πλήρης δημόσια ανάλυση συγκρούσεων και σοβαρών τραυματισμών ανά φωτοελεγχόμενο σημείο.

Τι αποδεικνύουν και τι δεν αποδεικνύουν οι αριθμοί

Αποδεικνύεται ότι:

  • οι κάμερες καταγράφουν εκατοντάδες χιλιάδες παραβάσεις,
  • το σύστημα παράγει σημαντικές ακαθάριστες εισπράξεις,
  • η επίδοση των εξωδίκων αποτέλεσε σοβαρό λειτουργικό πρόβλημα,
  • μεγάλο μέρος των υποθέσεων παραμένει σε διάφορα στάδια εκκρεμότητας,
  • σε τουλάχιστον μία φωτοελεγχόμενη διασταύρωση καταγράφηκε μεγάλη μείωση συγκεκριμένων παραβάσεων.

Δεν αποδεικνύεται ότι:

  • τα €27,9 εκατομμύρια αποτελούν καθαρό κέρδος για το κράτος,
  • οι κάμερες ευθύνονται από μόνες τους για τη μείωση ή την αύξηση των οδικών θανάτων μιας συγκεκριμένης χρονιάς,
  • έχει επιτευχθεί ο συνολικός στρατηγικός στόχος μείωσης των σοβαρών και θανατηφόρων συγκρούσεων,
  • κάθε κάμερα βρίσκεται στο σημείο όπου μπορεί να προσφέρει το μεγαλύτερο όφελος,
  • τα περίπου 366.000 εκκρεμή εξώδικα αφορούν οδηγούς που απλώς αρνήθηκαν να πληρώσουν,
  • η σημερινή πλειονότητα της κοινωνίας υποστηρίζει ή απορρίπτει το σύστημα.

Ο απολογισμός που ακόμη οφείλει το κράτος

Μετά από τέσσερα και πλέον χρόνια λειτουργίας, θα έπρεπε να δημοσιεύεται κάθε χρόνο ένας ενιαίος απολογισμός με:

  1. Καταγεγραμμένες παραβάσεις, εκδοθέντα, επιδοθέντα, πληρωμένα, ακυρωμένα και ανεπίδοτα εξώδικα.
  2. Εισπράξεις και δαπάνες, με τις πραγματικές πληρωμές προς τον ανάδοχο, το διοικητικό κόστος και τα ποσά που αποδίδονται στις τοπικές αρχές.
  3. Συγκρούσεις και θύματα ανά σημείο, πριν και μετά την εγκατάσταση κάθε κάμερας.
  4. Αξιολόγηση των κινητών μονάδων, με τα κριτήρια επιλογής των σημείων και τη σχέση τους με το ιστορικό σοβαρών συγκρούσεων.
  5. Δημοσιοποίηση της χρήσης των εσόδων, ιδιαίτερα όταν αυτά προέρχονται από ένα μέτρο που δικαιολογείται στο όνομα της προστασίας της ανθρώπινης ζωής.

Η δημοσιοποίηση μόνο του αριθμού των προστίμων δεν αποτελεί αξιολόγηση οδικής ασφάλειας. Αποτελεί οικονομικό και διοικητικό απολογισμό.

Το συμπέρασμα

Οι κάμερες φωτοεπισήμανσης δεν μπορούν να απορριφθούν απλώς ως «μηχανές παραγωγής προστίμων». Υπάρχουν ενδείξεις ότι επιδρούν στην οδηγική συμπεριφορά και περιορίζουν συγκεκριμένες παραβάσεις στα σημεία όπου λειτουργούν.

Δεν μπορούν, όμως, ούτε να παρουσιάζονται ως αποδεδειγμένα επιτυχημένο σύστημα οδικής ασφάλειας μόνο και μόνο επειδή κατέγραψαν εκατοντάδες χιλιάδες παραβάσεις.

Ο αριθμός των εξωδίκων δεν είναι δείκτης επιτυχίας. Σε ένα ιδανικά αποτελεσματικό σύστημα, οι παραβάσεις θα έπρεπε σταδιακά να μειώνονται, επειδή οι οδηγοί θα άλλαζαν συμπεριφορά.

Μέχρι σήμερα, η οικονομική πλευρά του συστήματος είναι πολύ πιο καθαρά καταγεγραμμένη από την κοινωνική και την οδική του απόδοση.

Γνωρίζουμε ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025 εισπράχθηκαν €27,9 εκατομμύρια. Γνωρίζουμε ότι μέχρι σχεδόν το τέλος του ίδιου έτους είχαν εκδοθεί, σύμφωνα με τα νεότερα δημοσιευμένα στοιχεία, περίπου 773.000 εξώδικα.

Δεν γνωρίζουμε, με αντίστοιχη ακρίβεια και μέσα από μια ενιαία δημόσια αξιολόγηση, πόσες ζωές σώθηκαν, πόσοι σοβαροί τραυματισμοί αποτράπηκαν και πόσες επικίνδυνες διασταυρώσεις έγιναν πράγματι ασφαλέστερες.

Και μέχρι να δοθεί αυτή η απάντηση, το κράτος θα μπορεί να αποδεικνύει με ακρίβεια τι απέφεραν οι κάμερες στα ταμεία — όχι, όμως, τι ακριβώς απέφεραν στους δρόμους.

Νίκος Κατσαρός

Latest news
Related news