Γράφει ο Παπά Ράτσης
Πάνω από έναν αιώνα μετά την καθιέρωση της κοσμικής εκπαίδευσης στη Γαλλία και κλείνοντας σήμερα 123 χρόνια ακριβώς από την ημέρα που έγινε διαχωρισμός κράτους – εκκλησίας στη χώρα, εδώ στην Κύπρο –όπως και στην Ελλάδα– τα Θρησκευτικά εξακολουθούν να συνοδεύουν τον μαθητή από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού μέχρι το τέλος του Λυκείου.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι ότι τα παιδιά μαθαίνουν για τις θρησκείες. Το αντίθετο. Ένα σοβαρό μάθημα Ιστορίας των Θρησκειών θα ήταν όχι απλώς χρήσιμο, αλλά ίσως και αναγκαίο. Θα μπορούσε – όπως οφείλει να κάνει εάν δεν έχει άλλους σκοπούς – να εξετάζει ισότιμα τον Χριστιανισμό, το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό, τον Βουδισμό και τις υπόλοιπες θρησκευτικές παραδόσεις ως ιστορικά και κοινωνικά φαινόμενα.
Χωρίς εξωραϊσμούς εννοέιται. Με τις φιλοσοφικές ιδέες και τα πολιτιστικά επιτεύγματά τους, αλλά και με τους πολέμους, τις διώξεις, τις συγκρούσεις, τις ανελευθερίες και τις εξουσίες που οικοδομήθηκαν στο όνομά τους. Με αναφορές στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, τη μουσική, την αρχιτεκτονική των ναών και στα θρησκευτικά μνημεία που αποτελούν κειμήλια της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αυτό, όμως, δεν είναι το μάθημα που διδάσκεται σήμερα.

Τα Θρησκευτικά στην Κύπρο δεν προσεγγίζουν τις θρησκείες από ίση απόσταση. Μάλλον κρατάνε στο περιθώριο όλες τις υπόλοιπες. Είναι δομημένα γύρω από την ορθόδοξη πίστη, τη διδασκαλία και την κοσμοθεωρία της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται, επομένως, για ουδέτερη γνώση αλλά για κατήχηση ενταγμένη στο δημόσιο σχολείο. Έναν μηχανισμό που ενισχύει τη θέση της Εκκλησίας στην κοινωνία και καλλιεργεί τους αυριανούς πιστούς της.
Η πίστη είναι προσωπικό δικαίωμα. Δεν αποτελεί γνώση που οφείλει να βαθμολογείται ούτε ταυτότητα που πρέπει να καλλιεργείται από το κράτος.
Επίσης: Μέχρι να αλλάξει το μάθημα, η απαλλαγή πρέπει να χορηγείται απλά, διακριτικά και χωρίς εξέταση των πεποιθήσεων του παιδιού.
Και κυρίως χωρίς ο μαθητής να ξεχωρίζει, να απολογείται ή να μετατρέπεται στον «διαφορετικό» της τάξης.

Αν το σχολείο —ο κατεξοχήν χώρος παιδείας, γνώσης και ελευθερίας της σκέψης— δεν πάψει να λειτουργεί ως εργαλείο κατήχησης και θρησκευτικής στράτευσης, θα συνεχίσει να ακυρώνει την ίδια την έννοια του σχολείου.


