Γράφει ο Νίκος Κατσαρός
Μια άρτια, σκοτεινή και επιβλητική παραγωγή, που με εντυπωσίασε περισσότερο απ’ όσο με συγκίνησε και μου θύμισε ξανά ότι άλλο πράγμα είναι ο Όμηρος και άλλο η ανάγνωσή του από έναν μεγάλο σκηνοθέτη.
Είδα, λοιπόν, κι εγώ την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν και ήρθε η ώρα για την αποψάρα μου. Άλλωστε, στην εποχή μας δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να έχεις άποψη. Αρκεί να έχεις πρόσβαση σε μία “διαδικτυακή γωνιά”, ένα μικρόφωνο ή —στη δική μου περίπτωση— και τα δύο.
Ας ξεκινήσουμε από το βασικό: κανείς δεν πηγαίνει εντελώς «καθαρός» να δει την «Οδύσσεια». Όλοι κουβαλάμε ήδη μέσα μας μια εικόνα της. Οι περισσότεροι τη σχηματίσαμε στο σχολείο: φωτογραφίες από αγγεία, αρχαιοελληνικές παραστάσεις, καθαρές γραμμές και επίπεδες μορφές ενός κόσμου που έμοιαζε περισσότερο συμβολικός παρά πραγματικός. Ένας κόσμος πλασμένος από το έπος, τη μυθολογία και την παιδική φαντασία.
Αυτή η εικόνα δεν είναι ιστορική αλήθεια. Η «Οδύσσεια» δεν είναι ντοκιμαντέρ, ούτε ο Όμηρος υπέγραψε πρακτικά επιτόπιας αυτοψίας από το νησί των Λαιστρυγόνων. Μιλάμε για ένα έργο που επί αιώνες μεταφράζεται, ξαναδιαβάζεται και επανερμηνεύεται. Επομένως, ο Νόλαν είχε κάθε δικαίωμα να δημιουργήσει το δικό του σύμπαν. Και αυτό ακριβώς έκανε.

Ένα έπος του Νόλαν, όχι του Ομήρου
Η «Οδύσσεια» του Νόλαν είναι αναμφισβήτητα μια επική ταινία. Είναι όμως πρώτα απ’ όλα μια επική ταινία του Νόλαν και όχι μια εικονογραφημένη έκδοση του Ομήρου. Έχει τη γνώριμη σκοτεινή του ματιά, τη σκληρή αισθητική, το βάρος και την κλίμακα που μετατρέπουν ακόμη και το τοπικό σε οικουμενικό. Δεν προσπαθεί να αναπαραστήσει τον κόσμο που είχαμε φανταστεί. Τον γκρεμίζει και χτίζει στη θέση του έναν δικό του.
Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό. Είναι, όμως, η πρώτη μεγάλη απόσταση που ένιωσα ανάμεσα στην ταινία και στη δική μου «Οδύσσεια».
Υπήρχαν εικόνες που δεν μου κάθισαν. Ο Αγαμέμνονας, για παράδειγμα, μου θύμιζε περισσότερο συγγενή του Νταρθ Βέιντερ παρά Έλληνα βασιλιά. Το τοπίο στο νησί των Λαιστρυγόνων με έκανε να αναρωτηθώ αν το ταξίδι ξέφυγε τόσο πολύ, ώστε ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του να κατέληξαν για χειμερινές διακοπές στην Καραϊβική. Όσο για τους ίδιους τους Λαιστρυγόνες, έμοιαζαν με στρατό που είχε δραπετεύσει από κάποιο μακρινό σύμπαν του «Dune» ή του «Star Trek».
Όλα αυτά είναι κυρίως αισθητικές ενστάσεις. Δεν αποτελούν αντικειμενικές αποδείξεις ότι η ταινία απέτυχε. Δείχνουν, όμως, πόσο αποφασιστικά ο Νόλαν απομακρύνθηκε από τη γνώριμη εικονογραφία του μύθου.

Ο Οδυσσέας που περίμενα και εκείνος που είδα
Μεγαλύτερη ένσταση έχω για τον ίδιο τον ήρωα. Στη δική μου συνείδηση, ο Οδυσσέας δεν υπήρξε πρωτίστως ένας μυώδης, άγριος πολεμιστής. Ήταν ο άνθρωπος που επιβίωσε χάρη στην ευφυΐα, την πονηριά, τη στρατηγική και —ας μην τον εξιδανικεύουμε— την ικανότητά του να εξαπατά τους πάντες όταν χρειαζόταν.
Θα μπορούσε να είναι και δυνατός και ευφυής; Βεβαίως. Όμως, αν η πρώτη του ιδιότητα ήταν απλώς η πολεμική ισχύς, τότε πιθανότατα δεν θα χρειαζόμασταν τον Αχιλλέα για να δεσπόζει στην «Ιλιάδα». Ο Οδυσσέας ξεχώριζε επειδή πολεμούσε κυρίως με το μυαλό. Στην ταινία αισθάνθηκα ότι το σώμα προηγείται και ο νους ακολουθεί.
Και, ναι, έχω και ένα προσωπικό παράπονο: γιατί, ρε Νόλαν, μου στέρησες τον «Κανένα»; Από όλα όσα θυμάμαι να με εντυπωσιάζουν ως παιδί, το τρολάρισμα του Οδυσσέα στον Πολύφημο βρίσκεται πρώτο στη λίστα. Δεν είναι απλώς ένα έξυπνο τέχνασμα. Είναι ίσως η πιο καθαρή συμπύκνωση του χαρακτήρα του. Περίμενα τη στιγμή και δεν την πήρα όπως την “είχα ανάγκη”.
Αντίθετα, όσα συμβαίνουν στο νησί της Κίρκης ανήκουν, για μένα, στις πιο δυνατές και ενδιαφέρουσες ενότητες της ταινίας. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα και να αρχίσω τα σπόιλερ — αν και, εδώ που τα λέμε, είναι κάπως παράξενο να μιλάμε για σπόιλερ σε μια ιστορία περίπου 2.700 ετών.
Άρτια παραγωγή, αλλά με περισσότερο βάρος απ’ όσο αντέχω
Τεχνικά, δύσκολα μπορείς να αρνηθείς το μέγεθος του επιτεύγματος. Η παραγωγή είναι επιβλητική, οι εικόνες έχουν βάρος και οι ερμηνείες κινούνται από καλές έως πολύ καλές. Η ταινία παραμένει πιστή στην αντίληψη και στην αισθητική του δημιουργού της. Δεν μοιάζει με παραγγελία που ο Νόλαν απλώς διεκπεραίωσε· μοιάζει με έργο που ήθελε να κάνει ακριβώς έτσι.
Το πρόβλημά μου είναι ο ρυθμός. Η ταινία, με διάρκεια 172 λεπτών, είναι λίγο πιο αργή και αρκετά πιο μεγάλη απ’ όσο θα προτιμούσα. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες το επικό βάρος μετατρέπεται σε αφηγηματικό βάρος. Και εκεί άρχισα να νιώθω ότι η ταινία δεν αναπνέει· φλυαρεί με εικόνες.
Αυτό δεν την κάνει κακή. Την κάνει, για μένα, λιγότερο συναρπαστική απ’ όσο περίμενα από μια περιπέτεια που συμπυκνώνει δέκα χρόνια περιπλάνησης, απώλειας και επιβίωσης.

Η μαύρη Ελένη και οι «εθνικές» κραυγές
Και φτάνουμε στο πιο κουραστικό κομμάτι της συζήτησης: εκείνους που ανακάλυψαν ότι η ταινία είναι «ανθελληνική» επειδή η Λουπίτα Νιόνγκο υποδύεται την Ελένη. Πολλοί είχαν αρχίσει να καταγγέλλουν την ταινία πριν ακόμη βγει στις αίθουσες. Άρα, τουλάχιστον για εκείνες τις αντιδράσεις, ένα πράγμα γνωρίζουμε με βεβαιότητα: η ετυμηγορία είχε προηγηθεί της θέασης.
Η ταινία δεν χωλαίνει επειδή η Ελένη είναι μαύρη. Όπως δεν σώζεται ή καταστρέφεται επειδή ο Ματ Ντέιμον είναι καστανόξανθος και ο Τομ Χόλαντ λευκός. Αν δεχόμαστε χωρίς δεύτερη σκέψη τη μία επιλογή, αλλά θεωρούμε εθνική προσβολή την άλλη, τότε δεν υπερασπιζόμαστε την ιστορική ακρίβεια. Υπερασπιζόμαστε μια επιλεκτική και σύγχρονη φαντασίωση περί φυλετικής «καθαρότητας», την οποία μεταφέρουμε αυθαίρετα σε ένα μυθολογικό έργο της αρχαιότητας.
Ας το πούμε απλά: οι σημερινές φυλετικές κατηγορίες δεν μπορούν να φορεθούν στην Εποχή του Χαλκού σαν έτοιμη αποκριάτικη στολή. Και η «Οδύσσεια» δεν είναι ληξιαρχική πράξη ούτε γενεαλογική εξέταση DNA.
Με διασκεδάζει επίσης η αγανάκτηση για τη σκηνή μέσα στον Δούρειο Ίππο, επειδή ο Νόλαν τόλμησε να θυμηθεί ότι οι άνθρωποι έχουν και σωματικές ανάγκες. Δηλαδή τι ακριβώς φανταζόμαστε; Ότι έμειναν τόσες ώρες κλεισμένοι μέσα σε ένα ξύλινο άλογο και είχαν απενεργοποιήσει προσωρινά τη λειτουργία; Η μυθολογία δεν παύει να είναι μυθολογία επειδή ένας σκηνοθέτης της προσθέτει λίγη δυσάρεστη ανθρώπινη πραγματικότητα.
Δεν γνωρίζουμε πόσοι διάβασαν πραγματικά την «Οδύσσεια»
Δεν υπάρχει αξιόπιστη έρευνα που να μας λέει τι ποσοστό των Ελλήνων έχει διαβάσει ολόκληρη την «Οδύσσεια». Οποιοδήποτε εντυπωσιακό νούμερο παρουσιαστεί ως βεβαιότητα θα είναι περισσότερο κατασκευή παρά στατιστική.
Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι στο σχολείο διδασκόμαστε επιλεγμένες ραψωδίες, αποσπάσματα και περιλήψεις — όχι ολόκληρο το έργο. Γνωρίζουμε επίσης από την έρευνα του ΟΣΔΕΛ για το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα ότι η διάμεσος στον γενικό πληθυσμό είναι μόλις δύο βιβλία τον χρόνο. Από αυτά δεν μπορεί να εξαχθεί τίμιο ποσοστό για τον Όμηρο. Μπορεί, όμως, να εξαχθεί λίγη απαραίτητη ταπεινότητα.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι κάποιος δεν έχει διαβάσει και τις 24 ραψωδίες. Κανένα πιστοποιητικό ομηρικών σπουδών δεν απαιτείται για να δεις μια ταινία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν κάποιος δεν έχει δει την ταινία, πιθανότατα δεν γνωρίζει καλά ούτε το έργο που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται, αλλά εκδίδει με απόλυτη βεβαιότητα πιστοποιητικά ελληνικότητας και προδοσίας.
Αυτό το κάνουμε συχνά: οριζόμαστε ως υπερασπιστές πραγμάτων που δεν μπήκαμε ποτέ στον κόπο να γνωρίσουμε. Και όσο λιγότερη είναι η γνώση, τόσο δυνατότερη γίνεται συνήθως η κραυγή.
Καλή ταινία — απλώς όχι η δική μου «Οδύσσεια»
Η τελική μου κρίση είναι απλούστερη απ’ όσο ίσως φάνηκε: η «Οδύσσεια» είναι μια καλή ταινία. Για πολλούς μπορεί να είναι και σπουδαία. Είναι μια άρτια και φιλόδοξη παραγωγή, με ισχυρές εικόνες, καλές ερμηνείες και ξεκάθαρη δημιουργική ταυτότητα.
Απέτυχε, όμως, να μου ξυπνήσει τη νοσταλγία της ιστορίας που διάβασα στα μικρά μου χρόνια. Δεν αναγνώρισα πάντα με την πρώτη ματιά τους τόπους και τις μορφές που κουβαλούσα μέσα μου, ούτε ένιωσα την ταχύτητα και την αγωνία που φανταζόμουν σε μια δεκαετή περιπλάνηση. Αυτό αφορά εμένα, τη μνήμη μου και τη δική μου αισθητική· δεν αποτελεί παγκόσμια ετυμηγορία.
Αλλά ας είμαστε δίκαιοι: Νόλαν δεν κινηματογράφησε τη συλλογική μας ανάμνηση της «Οδύσσειας». Κινηματογράφησε τη δική του.
Την οποία σεβάστηκα περισσότερο απ’ όσο την αγάπησα.
Και πάμε παρακάτω.

