Λευκαρίτικα: Η ιστορία της Κύπρου κεντημένη με βελόνα και κλωστή

Από τα μεσαιωνικά «ασπροπλούμια» και τις βενετσιάνικες επιρροές μέχρι τους περίφημους «ποταμούς», τις «μαργαρίτες» και τους πλανόδιους εμπόρους, το λευκαρίτικο κέντημα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της κυπριακής λαϊκής τέχνης.

Στα στενά δρομάκια και στις αυλές των πέτρινων σπιτιών των Πάνω και Κάτω Λευκάρων, γενιές γυναικών δημιούργησαν μια τέχνη που ξεπέρασε τα όρια του χωριού και έγινε γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετρούσαν τις κλωστές του υφάσματος, έκοβαν με ακρίβεια ορισμένες από αυτές και γέμιζαν τα κενά με περίτεχνες βελονιές.

Έτσι γεννήθηκαν τα λευκαρίτικα: κεντήματα στα οποία το κενό έχει την ίδια σημασία με το γεμάτο και η αυστηρή γεωμετρία συνδυάζεται με τη δημιουργικότητα της κεντήτριας. Το 2009 η τέχνη τους εντάχθηκε στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Από τα «ασπροπλούμια» στα λευκαρίτικα

Η παράδοση του λευκαρίτικου κεντήματος χρονολογείται τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα και συνδέεται με τη μεγάλη ανάπτυξη της υφαντικής και της κεντητικής στην Κύπρο κατά τη Φραγκοκρατία και την Ενετοκρατία.

Η Κύπρος βρισκόταν τότε στο σταυροδρόμι σημαντικών εμπορικών δρόμων. Υφάσματα, σχέδια και τεχνικές ταξίδευαν από την Ανατολή προς τη Δύση και από τα ελληνικά νησιά προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκαν τα λευκαρίτικα, ως αποτέλεσμα της συνάντησης της κυπριακής παράδοσης με δυτικές και κυρίως βενετσιάνικες επιρροές.

Βάση τους θεωρούνται τα «ασπροπλούμια», παλαιότερα λευκά κυπριακά κεντήματα με απλά γεωμετρικά σχέδια. Οι βασικές βελονιές τους διατηρήθηκαν και εμπλουτίστηκαν με πιο σύνθετες τεχνικές κοπτού και αζούρ.

Η τοπική παράδοση θέλει τις γυναίκες των Λευκάρων να παρατηρούν τα κεντήματα των Βενετσιάνων αρχόντισσων και να προσαρμόζουν τα σχέδιά τους στη δική τους τεχνική. Παρότι η συγκεκριμένη εικόνα δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ιστορικά, οι ομοιότητες με βενετσιάνικα κεντήματα είναι εμφανείς.

Το λευκαρίτικο, πάντως, δεν υπήρξε απλή αντιγραφή κάποιου ξένου προτύπου. Οι Κύπριες κεντήτριες αφομοίωσαν διαφορετικές επιρροές και δημιούργησαν ένα αυτόνομο είδος κεντήματος, με δικά του σχέδια, κανόνες και ορολογία.

Ο θρύλος του Λεονάρντο ντα Βίντσι

Αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας των λευκαρίτικων είναι ο θρύλος για τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. Σύμφωνα με την παράδοση, ο μεγάλος καλλιτέχνης επισκέφθηκε την Κύπρο το 1481, πέρασε από τα Λεύκαρα και αγόρασε ένα μεγάλο κέντημα, το οποίο πρόσφερε για την Αγία Τράπεζα του καθεδρικού ναού του Μιλάνου.

Δεν υπάρχουν αδιαμφισβήτητα ιστορικά τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν όλες τις λεπτομέρειες της ιστορίας. Γι’ αυτό είναι ορθότερο να παρουσιάζεται ως τοπική παράδοση και όχι ως πλήρως εξακριβωμένο γεγονός.

Ο θρύλος, ωστόσο, απέκτησε μεγάλη συμβολική δύναμη. Ένα από τα γνωστότερα λευκαρίτικα σχέδια ονομάστηκε «σχέδιο του Λεονάρντο» και η ιστορία συνέβαλε σημαντικά στη διεθνή προβολή του κεντήματος.

Η τέχνη της ακρίβειας

Τα λευκαρίτικα είναι μετρητά κεντήματα. Η κεντήτρια δεν σχεδιάζει ελεύθερα πάνω στο ύφασμα, αλλά ακολουθεί την ύφανσή του και μετρά προσεκτικά τις κλωστές. Ακόμη και ένα μικρό λάθος μπορεί να επηρεάσει τη συμμετρία ολόκληρου του έργου.

Τέσσερα είναι τα βασικά τεχνικά στοιχεία:

  • το γαζί ή ξεφτιστό, που οριοθετεί το σχέδιο,
  • το κοπτό, όπου αφαιρούνται κλωστές του υφάσματος,
  • τα ανεβατά γεμίσματα, που δημιουργούνται με πυκνές βελονιές,
  • και το τελείωμα με βελόνα στις άκρες του κεντήματος.

Η δαντελωτή επιφάνεια δεν προστίθεται απλώς επάνω στο ύφασμα. Δημιουργείται μέσα σε αυτό: ορισμένες κλωστές αφαιρούνται, άλλες συγκρατούνται και τα κενά γεφυρώνονται με λεπτές βελονιές.

Τα παλαιότερα λευκαρίτικα κατασκευάζονταν πάνω σε χοντρό, ντόπιο βαμβακερό ύφασμα. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε το καμπρί ή χασές και, από τις αρχές του 20ού αιώνα, το κυπριακό χειροποίητο λινό. Σήμερα επικρατεί το λευκό, το εκρού και το φυσικό χρώμα του λινού.

Οι «ποταμοί» και οι «καμάρες»

Το χαρακτηριστικότερο μοτίβο είναι ο «ποταμός», μια πλατιά διακοσμητική ζώνη που διασχίζει το ύφασμα δημιουργώντας έναν επαναλαμβανόμενο γεωμετρικό ρυθμό.

Οι ποταμοί κατασκευάζονται με αφαίρεση και κόψιμο των κλωστών. Οι τριγωνικές ζικ-ζακ προεξοχές τους ονομάζονται «καμάρες». Στο εσωτερικό τους τοποθετούνται κοπτά ή ανεβατά γεμίσματα. Όταν δύο καμάρες ενώνονται, δημιουργούνται πιο σύνθετα σχέδια, τα λεγόμενα «μήλα».

Υπάρχουν μονοί, διπλοί και τυλικτοί ποταμοί. Ένα μεγάλο τραπεζομάντιλο μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές ζώνες ποταμών, οι οποίες διασταυρώνονται ή περιβάλλουν ένα κεντρικό σχέδιο.

Η ονομασία φαίνεται να προέρχεται από τη συνεχή κίνηση της διακοσμητικής λωρίδας πάνω στο ύφασμα. Δεν υπάρχουν, πάντως, επαρκή στοιχεία για να αποδοθούν στους ποταμούς νεότεροι συμβολισμοί, όπως η «ροή της ζωής» ή η κίνηση του νερού.

Μαργαρίτες, καρούλια και φοινικωτά

Γύρω από τους ποταμούς αναπτύσσεται ένα πλούσιο λεξιλόγιο μικρότερων σχεδίων. Οι ονομασίες τους προέρχονται κυρίως από τη φύση, τους καρπούς και τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής.

Ανάμεσα στα γνωστότερα βρίσκονται η «μαργαρίτα», ένα ακτινωτό σχέδιο που θυμίζει λουλούδι, και το «αθάσι», το οποίο παραπέμπει στο αμυγδαλωτό σχήμα. Το «καρούλι» πήρε το όνομά του από το αντικείμενο γύρω από το οποίο τυλίγεται η κλωστή, ενώ τα «φοινικωτά» θυμίζουν σχηματοποιημένα κλαδιά φοίνικα.

Άλλα χαρακτηριστικά σχέδια είναι το «μηλούδι», το «μακουκούδι», το «ξωλούρι», ο «αρβαλωτός» και το «ταγιαδωτό». Οι «ταγιάδες» είναι μεγάλα κοπτά γεμίσματα, η ονομασία των οποίων συνδέεται με το ιταλικό punto tagliato.

Ξεχωριστή θέση έχουν και οι «κόρτενες», διακοσμητικές ζώνες που συνδυάζονται με μαργαρίτες, ποταμούς και άλλα γεωμετρικά γεμίσματα.

Σύμφωνα με καταγραφές της Υπηρεσίας Κυπριακής Χειροτεχνίας, τα μοτίβα και οι παραλλαγές που μπορούν να συνδυαστούν ξεπερνούν τα 650. Η πραγματική δημιουργικότητα δεν βρίσκεται μόνο σε κάθε σχέδιο ξεχωριστά, αλλά στον τρόπο με τον οποίο η πλουμάρισσα τα ενώνει σε μια αρμονική σύνθεση.

Οι πλουμάρισσες και η προίκα

Οι γυναίκες που κατασκεύαζαν τα λευκαρίτικα ονομάζονταν «πλουμάρισσες», από το ρήμα «πλουμίζω», που σημαίνει στολίζω περίτεχνα. Η γνώση περνούσε κυρίως από τη μητέρα στην κόρη, μέσα από την παρατήρηση και τη συνεχή εξάσκηση.

Τα κορίτσια άρχιζαν από μικρή ηλικία με τα απλούστερα γαζιά και προχωρούσαν σταδιακά στα δύσκολα κοπτά και στους ποταμούς. Χρειάζονταν πολλά χρόνια για να μπορεί μια κεντήτρια να εκτελέσει τα πιο σύνθετα σχέδια.

Το κέντημα ήταν στενά συνδεδεμένο με την προίκα. Κάθε κοπέλα ετοίμαζε τραπεζομάντιλα, σεντόνια, πετσέτες και άλλα υφάσματα για το μελλοντικό της σπίτι. Την ημέρα του γάμου, τα έργα εκτίθεντο ως απόδειξη δεξιοτεχνίας, εργατικότητας και κοινωνικού κύρους.

Οι γυναίκες κεντούσαν συχνά μαζί στις αυλές και στα δρομάκια. Εκεί αντάλλασσαν σχέδια, συζητούσαν και μετέδιδαν τη γνώση χωρίς βιβλία ή επίσημες σχολές. Όταν αναπτύχθηκε το εμπόριο, το κέντημα μετατράπηκε και σε επαγγελματική εργασία, προσφέροντας σημαντικό εισόδημα στις οικογένειες.

Οι κεντητάρηδες που κατέκτησαν τις ξένες αγορές

Στα τέλη του 19ου και κυρίως στις αρχές του 20ού αιώνα εμφανίστηκαν οι «κεντητάρηδες», οι άντρες έμποροι των λευκαρίτικων. Φόρτωναν τα κεντήματα σε βαλίτσες και μπαούλα και ξεκινούσαν ταξίδια που μπορούσαν να διαρκέσουν μήνες ή ακόμη και χρόνια.

Αρχικά κινήθηκαν προς τα μεγάλα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα την Αλεξάνδρεια. Στη συνέχεια έφθασαν στην Ελλάδα, στη Βρετανία, στη Γαλλία, στην Κεντρική Ευρώπη και στις σκανδιναβικές χώρες.

Δεν περίμεναν τους πελάτες σε καταστήματα. Πήγαιναν οι ίδιοι σε σπίτια, ξενοδοχεία, εκθέσεις και εμπορικές αγορές, παρουσιάζοντας τα κεντήματα ως χειροποίητα είδη πολυτελείας. Μάθαιναν ξένες λέξεις και φράσεις, προσαρμόζονταν στις τοπικές συνήθειες και ανέπτυξαν ένα εντυπωσιακό διεθνές εμπορικό δίκτυο.

Παράλληλα, μετέφεραν πίσω στα Λεύκαρα πληροφορίες για τα σχέδια, τα μεγέθη και τα προϊόντα που ζητούσε η ξένη πελατεία. Με αυτό τον τρόπο, το εμπόριο επηρέασε και την εξέλιξη του ίδιου του κεντήματος.

Η οικονομική άνθηση αποτυπώθηκε στα μεγάλα πέτρινα αρχοντικά του χωριού. Πίσω, όμως, από την εμπορική επιτυχία των κεντητάρηδων βρισκόταν η πολύωρη και συχνά αθέατη εργασία των πλουμάρισσων.

Μια τέχνη που αγωνίζεται να επιβιώσει

Η ένταξη των λευκαρίτικων στον κατάλογο της UNESCO το 2009 αναγνώρισε τη μεγάλη πολιτιστική τους αξία. Δεν εξασφάλισε, όμως, αυτομάτως και το μέλλον τους.

Ένα σύνθετο λευκαρίτικο απαιτεί εκατοντάδες ώρες εργασίας, ενώ η αμοιβή δύσκολα ανταποκρίνεται στον χρόνο και στη δεξιοτεχνία που χρειάζονται. Παράλληλα, οι φθηνές βιομηχανικές απομιμήσεις και το περιορισμένο ενδιαφέρον των νέων απειλούν τη συνέχιση της παράδοσης.

Γι’ αυτό οργανώνονται μαθήματα, εργαστήρια και προγράμματα καταγραφής των παλιών σχεδίων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν το Κέντρο Χειροτεχνίας Λευκάρων και το Τοπικό Μουσείο Παραδοσιακής Κεντητικής και Αργυροχοΐας, όπου φυλάσσονται παλιά κεντήματα και εργαλεία.

Η πραγματική πρόκληση, ωστόσο, δεν είναι μόνο να διατηρηθούν ορισμένα έργα στις προθήκες των μουσείων. Είναι να μη χαθεί η γνώση που τα δημιούργησε. Γιατί ένα λευκαρίτικο μπορεί να επιβιώσει ως αντικείμενο για εκατοντάδες χρόνια· η τέχνη του, όμως, παραμένει ζωντανή μόνο όσο υπάρχουν χέρια που γνωρίζουν να μετρούν, να κόβουν και να ξαναδένουν τις κλωστές.

Latest news
Related news