Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν υπήρξε άγιος ούτε χρειάζεται να τον ανακηρύξουμε τώρα που πέθανε.
Υπήρξε όμως ένας αυθεντικά αντιφατικός άνθρωπος: λαϊκός και εκκεντρικός, εμπορικός και ανήσυχος, εύθραυστος και προκλητικός. Κυρίως, υπήρξε ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που απολάμβανε τα τραγούδια του, αλλά συχνά έδειχνε με το δάχτυλο τον ίδιο.
Γράφει ο Νίκος Κατσαρός
Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε από τη ζωή σήμερα, Τετάρτη, στις 9 του Σεπτέμβρη, σε ηλικία μόλις 54 ετών. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, υπέστη ανακοπή ενώ βρισκόταν σε ιδιωτικό ιατρείο και διακομίστηκε χωρίς τις αισθήσεις του στο νοσοκομείο «Ελπίς», όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Τα ακριβή ιατρικά δεδομένα δεν έχουν ακόμη γίνει γνωστά την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο.
Αλλά για μένα λίγη σημασία έχουν.
Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβουν οι γνωστές, “ελληνικές”, νεκρολογίες.
Εκείνο που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι τι ακριβώς αντιπροσώπευσε αυτός ο άνθρωπος για μια κοινωνία που τον τραγουδούσε δυνατά τη νύχτα και τον δίκαζε ακόμη δυνατότερα στα πρωινάδικα, μεσημεράδικα και δελτία ειδήσεων.

Ένας λαϊκός τραγουδιστής που δεν έμοιαζε «αρκετά λαϊκός»
Από το «Μεσάνυχτα και κάτι» και το «Με τα μάτια να το λες» μέχρι το «Παιδί της νύχτας», το «Σάββατο» και τις μεταγενέστερες δουλειές του, ο Μαζωνάκης δημιούργησε μια πορεία μεγαλύτερη των τριών δεκαετιών. Τραγούδια όπως τα «Ανήκω σε μένα», «Ζηλεύω», «Εδώ», «Σάββατο», «Gucci φόρεμα» και «Ώρες μικρές» έγιναν μέρος της λαϊκής κουλτούρας.
Δεν ήταν όλη η δισκογραφία του αντισυμβατική. Υπήρχαν και εύκολες επιτυχίες, εμπορικές συνταγές και απολύτως βιομηχανικές παραγωγές. Θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο. Υπήρχε όμως ταυτόχρονα μια σταθερή διάθεση αναζήτησης: συνεργάστηκε με διαφορετικούς δημιουργούς, ένωσε το λαϊκό με την ποπ και το hip-hop, δούλεψε με τον Φοίβο, τους Goin’ Through, τον Γιώργο Σαμπάνη και, πιο πρόσφατα, τον Μιχάλη Κουινέλη. Δεν φοβήθηκε να πειράξει την εικόνα και τον ήχο του λαϊκού τραγουδιστή.
Έβαλε χρώμα, θεατρικότητα και glam σε έναν χώρο που θεωρούσε σχεδόν υποχρεωτικό ο άνδρας τραγουδιστής να εμφανίζεται βαρύς, προβλέψιμος και αδιαπραγμάτευτα «αρρενωπός».
Και γι’ αυτό λοιδορήθηκε …πριν αρχίσει να αντιγράφεται.

Όλα επιτρέπονταν – αρκεί να τα έκανε κάποιος άλλος
Ο Μαζωνάκης υπήρξε μία από τις πιο πολυσυζητημένες περσόνες της ελληνικής showbiz. Το ντύσιμό του, οι κινήσεις του, ο αυτοσαρκασμός και η ειρωνεία του επί σκηνής, ακόμη και η σεξουαλικότητα που του απέδιδαν διάφοροι, μετατρέπονταν ξανά και ξανά σε υλικό για τηλεοπτικά πάνελ.
Αγαπημένο θέμα ο “Μαζώ”…
Το ίδιο συνέβη με τις φήμες για καταχρήσεις ή με βίντεο από εμφανίσεις του στα οποία παρουσιαζόταν προκλητικός, απρεπής ή «εκτός ορίων». Άλλοτε υπήρχε πράγματι υπερβολή. Άλλοτε υπήρχε ένας καλλιτέχνης που έπαιζε συνειδητά με την πρόκληση. Και άλλοτε υπήρχε απλώς μια συντηρητική κοινωνία που ανακάλυπτε ακόμη μία ευκαιρία να προσποιηθεί ότι σκανδαλίστηκε.
Μία κοινωνία που ξέρει να φθονεί και να λιμπίζεται ταυτόχρονα.
Γιατί ένα μέρος αυτής της κοινωνίας θα απολάμβανε ευχαρίστως όσα καταδίκαζε δημόσια. Θα ήθελε την ελευθερία, την ηδονή, την υπερβολή, το ξενύχτι και την αδιαφορία για το «τι θα πει ο κόσμος» — αρκεί να μη χρειαζόταν να αναλάβει το κόστος τους. Όταν δεν μπορούμε να ζήσουμε όπως κάποιος άλλος, είναι ευκολότερο να τον κατηγορήσουμε για τον τρόπο που ζει.
Ο Μαζωνάκης δεν έκρυψε ότι η απόλαυση, η νύχτα και τα πάθη είχαν θέση στη ζωή και στην εικόνα του. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή του ήταν σοφή ούτε ότι κάθε υπερβολή πρέπει τώρα να εξαγνιστεί. Σημαίνει, όμως, ότι αρνήθηκε να παρουσιάσει την ευχαρίστηση ως αμαρτία για να γίνει αποδεκτός και λόγω αυτού – αν και δεν είμαι ο μεγαλύτερος φαν του – είχε τον σεβασμό μου. Όχι απαραίτητα την συμπάθειά μου.

Ο άνθρωπος πίσω από το δημόσιο θέαμα
Τα τελευταία χρόνια, ακόμη και οι πιο ευαίσθητες πλευρές της ζωής του, οι πιο προσωπικές τις οποίες οφείλουμε να σεβαστούμε (αλλά η ελληνική τηλεόραση ποτέ δεν σέβεται) μετατράπηκαν σε τηλεοπτικό προϊόν. Η βαθιά σύγκρουση με την αδελφή και πρώην στενή συνεργάτιδά του, οι οικονομικές διαφορές, οι μηνύσεις, η ακούσια εισαγωγή του στο Δρομοκαΐτειο και οι εκατέρωθεν ανακοινώσεις της οικογένειας και των δικηγόρων έγιναν καθημερινό σίριαλ.
Ο ίδιος αμφισβήτησε τη νομιμότητα και τα κίνητρα της διαδικασίας και είχε προαναγγείλει αγωγές. Η οικογένειά του υποστήριξε από την πλευρά της ότι ενήργησε για την υγεία και την ασφάλειά του και ότι η νοσηλεία αποφασίστηκε από τις αρμόδιες αρχές και τους γιατρούς. Την αλήθεια αυτής της σύγκρουσης δεν είναι δουλειά μιας νεκρολογίας να την απονείμει.
Είναι όμως δουλειά μας να θυμηθούμε ότι πίσω από τους τίτλους, τα viral βίντεο και τις τηλεοπτικές «διαγνώσεις» υπήρχε ένας άνθρωπος. Δεν θέλω να τον αγιοποιήσω αλλά να παραδεχθούμε ότι πολλές φορές τον αντιμετωπίσαμε σαν δημόσια περιουσία.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης μπορούσε να γίνει υπερβολικός, προκλητικός, αντιφατικός και δύσκολος. Μπορούσε να αρέσει πολύ ή να ενοχλεί εξίσου. Εκείνο που δεν μπορούσε ήταν να περάσει απαρατήρητος.
Μία νύχτα από τη ζωή του μπορεί να περιείχε περισσότερη ένταση απ’ όση δεν αντέχουν καν να σκεφτούμε. Μπορεί…
Αλλά ας παραδεχθούμε πως μέσα σε εκείνη τη νύχτα υπήρχαμε κι εμείς: οι έρωτες, οι χωρισμοί, οι επιστροφές με το αυτοκίνητο, τα ξενύχτια, οι παρέες και τα τραγούδια που γνωρίζαμε απέξω, ακόμη κι όταν κάναμε πως δεν μας άρεσαν. Ακόμα κι όταν τον δαχτυλοδείχναμε με αποστροφή.
Μια νύχτα απ’ τη ζωή του…


