Οι πανεπιστημιακές σχολές ανθρωπιστικών σπουδών βρίσκονται πράγματι σε κρίση. Η υποχώρηση των εγγραφών, οι περικοπές θέσεων και η κατάργηση προγραμμάτων δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά. Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η φιλολογία, η ιστορία, η φιλοσοφία ή οι γλωσσικές σπουδές μπορούν να επιβιώσουν όπως λειτουργούσαν πριν από μερικές δεκαετίες. Είναι ποια θέση οφείλουν να καταλάβουν σε ένα πανεπιστήμιο που πιέζεται από την αγορά εργασίας, το αυξανόμενο κόστος, τη δημογραφική κάμψη και την τεχνητή νοημοσύνη.

Η έκταση του προβλήματος αποτυπώνεται πλέον στους αριθμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών, οι εγγραφές σε ανθρωπιστικές και γενικές φιλελεύθερες σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες μειώθηκαν κατά 17% μεταξύ 2020 και 2025. Σε πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια καταγράφονται συγχωνεύσεις τμημάτων, αναστολή εισδοχής μεταπτυχιακών φοιτητών και περικοπές προγραμμάτων. Στην Ιντιάνα, νομοθετική παρέμβαση οδήγησε τα δημόσια πανεπιστήμια στην κατάργηση ή ενοποίηση περίπου 400 προγραμμάτων –σχεδόν του ενός πέμπτου του συνόλου– με τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες να πλήττονται περισσότερο.
Η εικόνα δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στον Καναδά, οι φοιτητές των ανθρωπιστικών κλάδων μειώθηκαν από περίπου 170.000 το 2017 σε περίπου 140.000 τα επόμενα χρόνια, ενώ η συνολική πτώση σε σύγκριση με μία δεκαετία νωρίτερα φθάνει περίπου τις 60.000 εγγραφές. Στη Βρετανία, πανεπιστήμια καταργούν πτυχία ή περιορίζουν δραστικά το προσωπικό τους στην αγγλική φιλολογία, την ιστορία, τις γλώσσες και τις κοινωνικές επιστήμες.
Η οικονομική στενότητα είναι πραγματική. Οι επιλογές, όμως, φανερώνουν και μια βαθύτερη αλλαγή: τα πανεπιστημιακά προγράμματα αξιολογούνται όλο και περισσότερο με βάση τη ζήτηση, το άμεσο επαγγελματικό αντίκρισμα και την οικονομική τους «συνεισφορά». Ό,τι δεν μπορεί να αποτιμηθεί εύκολα σε χρήμα ή να συνδεθεί άμεσα με ένα συγκεκριμένο επάγγελμα αντιμετωπίζεται περίπου ως περιττή πολυτέλεια.

Η ανησυχία των φοιτητών δεν μπορεί να απορρίπτεται ως στείρος ωφελιμισμός. Όταν το κόστος των σπουδών αυξάνεται και η επαγγελματική ασφάλεια μειώνεται, είναι λογικό οι νέοι να ρωτούν πού οδηγεί ένα πτυχίο. Οι σχολές ανθρωπιστικών σπουδών έχουν συχνά αποτύχει να απαντήσουν πειστικά. Επέμειναν στην εγγενή αξία της μόρφωσης, αλλά δεν εξήγησαν επαρκώς πώς η έρευνα, η γραφή, η ερμηνεία σύνθετων κειμένων, η επιχειρηματολογία και η κατανόηση διαφορετικών πολιτισμών μετατρέπονται σε επαγγελματικές ικανότητες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να μετατραπεί σε σχολή ταχείας επαγγελματικής κατάρτισης. Αν κάθε γνωστικό αντικείμενο κρίνεται μόνο από τον πρώτο μισθό του αποφοίτου ή από την ικανότητά του να προσελκύει εξωτερική χρηματοδότηση, η αποστολή του πανεπιστημίου ακρωτηριάζεται. Η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που αναγνωρίζουν την προπαγάνδα, ελέγχουν τις πηγές, αντιλαμβάνονται το ιστορικό πλαίσιο και μπορούν να συνυπάρχουν με την αμφιβολία. Οι ικανότητες αυτές δεν αποτιμώνται εύκολα σε έναν ισολογισμό, αλλά η απουσία τους έχει υψηλό κοινωνικό κόστος.
Παραδόξως, η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία παρουσιάζεται συχνά ως νέα απειλή για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τις καθιστά περισσότερο αναγκαίες. Οι μηχανές μπορούν να παράγουν κείμενα, περιλήψεις και εικόνες. Δεν αναλαμβάνουν, όμως, από μόνες τους την ευθύνη για το νόημα, την αλήθεια ή τις συνέπειες μιας απόφασης. Η UNESCO επιμένει στην ανθρωποκεντρική χρήση της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης και στην προστασία της ανθρώπινης αυτενέργειας. Την ίδια στιγμή, η έκθεση Future of Jobs 2025 κατατάσσει την αναλυτική σκέψη στην κορυφή των δεξιοτήτων που ζητούν οι εργοδότες, δίπλα στη δημιουργικότητα, την ανθεκτικότητα, την ευελιξία και την ηγεσία. Πρόκειται για πεδία στα οποία η ανθρωπιστική εκπαίδευση μπορεί να προσφέρει ουσιαστικό πλεονέκτημα.

Για να το πράξει, όμως, πρέπει να αλλάξει. Πρώτον, να διατηρήσει τον σκληρό πυρήνα της: τη βαθιά ανάγνωση, τη συστηματική γραφή, την ιστορική γνώση, τη φιλοσοφική επιχειρηματολογία και την ελεύθερη αντιπαράθεση ιδεών. Η ανανέωση δεν μπορεί να σημαίνει χαλάρωση των απαιτήσεων ούτε υποκατάσταση της μελέτης από εύκολες ψηφιακές περιλήψεις. Σε μια εποχή διάσπασης της προσοχής, η ικανότητα συγκέντρωσης σε ένα δύσκολο κείμενο γίνεται σπάνια και πολύτιμη.
Δεύτερον, χρειάζονται περισσότερο ευέλικτα και διεπιστημονικά προγράμματα. Ιστορία και ανάλυση δεδομένων, φιλοσοφία και ηθική της τεχνολογίας, γλωσσικές σπουδές και υπολογιστική γλωσσολογία, πολιτισμός και ψηφιακή επιμέλεια, δημοσιογραφία και επαλήθευση περιεχομένου μπορούν να δημιουργήσουν νέες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές διαδρομές. Η πρακτική άσκηση και η συνεργασία με μέσα ενημέρωσης, μουσεία, πολιτιστικούς οργανισμούς, δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις πρέπει να ενσωματωθούν οργανικά στα προγράμματα, χωρίς να υποτάξουν τη γνώση στις πρόσκαιρες ανάγκες της αγοράς.
Τρίτον, οι ανθρωπιστικές σχολές οφείλουν να ξανακερδίσουν την πνευματική πολυφωνία. Όταν μια σχολή μετατρέπεται σε κλειστό ιδεολογικό χώρο, ακυρώνει το βασικό της επιχείρημα υπέρ της κριτικής σκέψης. Το πανεπιστημιακό μάθημα πρέπει να επιτρέπει τη σύγκρουση τεκμηριωμένων απόψεων και όχι να απαιτεί συμμόρφωση σε μια προκαθορισμένη ορθοδοξία. Η αξία της λογοτεχνίας, της ιστορίας και της φιλοσοφίας βρίσκεται ακριβώς στο ότι μας υποχρεώνουν να βλέπουμε τον κόσμο και μέσα από τα μάτια του άλλου.
Οι ανθρωπιστικές σχολές δεν θα σωθούν με νοσταλγία ούτε με το επιχείρημα ότι η χρησιμότητά τους είναι αυτονόητη. Θα διασφαλίσουν το μέλλον τους αν αποδείξουν, μέσα από τη διδασκαλία και τη δημόσια παρουσία τους, ότι μορφώνουν ανθρώπους ικανούς να χρησιμοποιούν την τεχνολογία χωρίς να υποτάσσονται σε αυτήν, να εργάζονται σε διαρκώς μεταβαλλόμενα επαγγέλματα και να κρίνουν όχι μόνο τι μπορεί να γίνει, αλλά και τι πρέπει να γίνει.
Στο νέο περιβάλλον, ο ρόλος τους δεν είναι περιφερειακός. Είναι να προστατεύσουν το ανθρώπινο μέτρο μέσα σε ένα πανεπιστήμιο και μια κοινωνία που κινδυνεύουν να μετρούν τα πάντα, εκτός από όσα πραγματικά έχουν αξία.
Μινέρβα

