ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ: Από ένα «ριψοκίνδυνο» σχέδιο στον εμβληματικό Βρακά – Η ιστορία της εμβληματικής γιορτής της Λεμεσού

Η Γιορτή του Κρασιού δεν είναι απλώς μία από τις μεγαλύτερες ετήσιες διοργανώσεις της Λεμεσού. Είναι ένας θεσμός που συμπυκνώνει την οικονομική ιστορία της πόλης, τη σχέση της με την αμπελοκαλλιέργεια, τη λαϊκή της κουλτούρα και την ανάγκη της να γιορτάζει συλλογικά.

Έρευνα: Νίκος Κατσαρός

Η πρώτη διοργάνωση πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1961, μόλις έναν χρόνο μετά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εκείνο που ξεκίνησε ως ένα φιλόδοξο —και για πολλούς παρακινδυνευμένο— σχέδιο προβολής του κυπριακού κρασιού εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πολιτιστικά γεγονότα της Κύπρου.

Μια πόλη δεμένη με το αμπέλι και το κρασί

Η επιλογή της Λεμεσού για τη δημιουργία της Γιορτής του Κρασιού δεν ήταν τυχαία. Η πόλη είχε ήδη διαμορφωθεί ως το σημαντικότερο κέντρο παραγωγής, εμπορίας και εξαγωγής κυπριακού κρασιού.

Η ευρύτερη περιοχή της Λεμεσού περιβάλλεται από δεκάδες αμπελουργικά χωριά, ενώ το λιμάνι της αποτέλεσε για χρόνια την κύρια έξοδο των κυπριακών κρασιών προς τις αγορές του εξωτερικού. Από τον 19ο αιώνα και κυρίως κατά το πρώτο μισό του 20ού, στην πόλη αναπτύχθηκαν οι μεγάλες οινοβιομηχανίες: η Χατζηπαύλου, η ΚΕΟ, η ΛΟΕΛ, η ΣΟΔΑΠ και η ΕΤΚΟ.

Παράλληλα, η κυπριακή οινική παράδοση διαθέτει ιστορία χιλιάδων ετών, με αναφορές στο κρασί του νησιού ήδη από την αρχαιότητα. Η επίκληση του Διονύσου, οι σατυρικές μορφές και το λαϊκό γλέντι έδωσαν στη Γιορτή το πολιτιστικό της λεξιλόγιο. Ιστορικά, όμως, η διοργάνωση του 1961 δεν αποτέλεσε αδιάσπαστη συνέχεια κάποιας αρχαίας γιορτής. Ήταν ένα σύγχρονο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης, τουριστικής προβολής και πολιτιστικής έκφρασης, το οποίο αξιοποίησε τη μακραίωνη σχέση της Κύπρου με το κρασί.

Η ιδέα που για χρόνια θεωρούνταν υπερβολικά τολμηρή

Η σκέψη για τη δημιουργία μιας μεγάλης γιορτής αφιερωμένης στο κρασί φαίνεται ότι συζητούνταν στη Λεμεσό για αρκετό διάστημα. Οι οικονομικές απαιτήσεις, η αβεβαιότητα για την ανταπόκριση του κοινού και ο φόβος μιας αποτυχίας καθυστερούσαν την υλοποίησή της.

Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε ο Κλεάνθης Χριστοφόρου, πρόεδρος του Συνδέσμου Αναπτύξεως Λεμεσού το 1961, ο οποίος παρουσίασε συγκεκριμένο σχέδιο για τη διοργάνωση. Στην προσπάθεια συνεργάστηκαν ο Σύνδεσμος Αναπτύξεως και η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων, ενώ σημαντική ήταν η υποστήριξη των οινοβιομηχανιών ΕΤΚΟ, ΚΕΟ, ΣΟΔΑΠ και ΛΟΕΛ.

Οι τέσσερις οινοβιομηχανίες ανέλαβαν να δημιουργήσουν περίπτερα και να προσφέρουν κρασί στους επισκέπτες. Το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας παρείχε οικονομική ενίσχυση, ενώ ο Δήμος Λεμεσού παραχώρησε δωρεάν τον Δημόσιο Κήπο και απάλλαξε τη διοργάνωση από τον δημοτικό φόρο επί των εισπράξεων.

Σημαντική ήταν και η συμβολή του καλλιτέχνη και διαφημιστή Γιώργου Μαυρογένη. Η πρότασή του δεν περιοριζόταν σε μια εμπορική έκθεση. Οραματιζόταν μια μεγάλη λαϊκή γιορτή, όπου το κρασί θα συνδεόταν με την κυπριακή μουσική, το θέατρο, τον χορό, τα έθιμα και την παραδοσιακή ζωή.

Γιατί η πρώτη γιορτή μετακινήθηκε από τον Σεπτέμβριο στον Οκτώβριο

Η πρώτη διοργάνωση σχεδιαζόταν αρχικά για τον Σεπτέμβριο του 1961. Οι αμπελουργοί, όμως, ζήτησαν να μετακινηθεί χρονικά, καθώς η συγκεκριμένη περίοδος συνέπιπτε με τον τρύγο και θα δυσκολεύονταν να παρευρεθούν.

Έτσι, αποφασίστηκε η διεξαγωγή της κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου. Ανάμεσα στους χώρους που είχαν εξεταστεί ήταν και η περιοχή του Δασουδιού, τελικά όμως επιλέχθηκε ο Δημόσιος Κήπος — ο χώρος που έμελλε να ταυτιστεί με τη διοργάνωση.

Το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε τη χρήση του χώρου για την «Εορτή του Κρασιού και Εμποροβιομηχανική Έκθεση», θέτοντας ως βασική προϋπόθεση τη διατήρηση της τιμής του εισιτηρίου σε χαμηλά επίπεδα. Από την αρχή, δηλαδή, επιδίωξη ήταν να δημιουργηθεί μια πραγματικά λαϊκή γιορτή, προσιτή σε όλες τις κοινωνικές ομάδες.

7 Οκτωβρίου 1961: Η πρώτη επίσημη βραδιά

Η πρώτη Γιορτή του Κρασιού εγκαινιάστηκε το Σάββατο 7 Οκτωβρίου 1961 από τον τότε υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας Ανδρέα Αραούζο, παρουσία μελών της κυβέρνησης, πρέσβεων και εκπροσώπων της τοπικής κοινωνίας. Δήμαρχος Λεμεσού ήταν ο Κώστας Παρτασίδης.

Η διοργάνωση διήρκεσε μέχρι τις 15 Οκτωβρίου. Ο Δημόσιος Κήπος μεταμορφώθηκε σε ένα σκηνικό που θύμιζε κυπριακό χωριό, με καφενείο, ταβέρνες, λαϊκή μουσική, χορούς, θεατρικά δρώμενα, γελοιογραφικές μορφές και περίπτερα κρασιού.

Το πρόγραμμα στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εθελοντική συμμετοχή καλλιτεχνών, μουσικών, ερασιτεχνικών θεατρικών σχημάτων και λαογραφικών συγκροτημάτων της πόλης. Ο Μιχάλης Πιτσιλλίδης έγραψε ειδικά για τη διοργάνωση το σατιρικό έργο «Βουράτε να αρμάσουμεν την Αντριανούν», το οποίο παρουσιαζόταν από ερασιτεχνικό θίασο του Άρη με επικεφαλής τον Ανδρέα Μεσή και τη Δώρα Κακουράτου.

Η επιτυχία που ξεπέρασε τις προσδοκίες

Η ανταπόκριση του κοινού ήταν εντυπωσιακή. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής που έχει συγκεντρώσει και παρουσιάσει ο ιστορικός ερευνητής Τίτος Κολώτας, περίπου 18.000 άνθρωποι επισκέφθηκαν τον χώρο μόνο κατά τις δύο πρώτες ημέρες, ενώ η συνολική προσέλευση υπολογίστηκε κοντά στις 50.000.

Οι ίδιες ιστορικές αναφορές κάνουν λόγο για κατανάλωση περίπου 35.000 οκάδων κρασιού κατά τη διάρκεια της πρώτης διοργάνωσης. Πρόκειται για στοιχεία του Τύπου της εποχής και όχι για σύγχρονη, ηλεκτρονικά καταγεγραμμένη καταμέτρηση, αποτυπώνουν όμως το μέγεθος της απήχησης.

Η επιτυχία εκείνης της πρώτης χρονιάς απέδειξε ότι το κρασί μπορούσε να αποτελέσει όχι μόνο εμπορικό προϊόν, αλλά και πυρήνα μιας μεγάλης πολιτιστικής και τουριστικής διοργάνωσης. Τραγική υποσημείωση υπήρξε ο θάνατος του Κλεάνθη Χριστοφόρου λίγες ημέρες αφότου είδε το σχέδιό του να πραγματοποιείται.

Ο Βρακάς που γεννήθηκε μέσα από το Καρναβάλι

Το πλέον αναγνωρίσιμο σύμβολο της Γιορτής είναι ο γιγαντιαίος Βρακάς, ο οποίος υποδέχεται τους επισκέπτες στην είσοδο του Δημόσιου Κήπου.

Η μορφή του δεν δημιουργήθηκε εξαρχής για τη Γιορτή του Κρασιού. Η κατασκευή είχε εμφανιστεί ως διαφημιστικό άρμα στο Λεμεσιανό Καρναβάλι του 1960 και μετατράπηκε σε Πιερότο για το Καρναβάλι του 1961. Στη συνέχεια, ο Γιώργος Μαυρογένης την αναδιαμόρφωσε σε έναν εύσωμο Κύπριο αμπελουργό με παραδοσιακή βράκα, γιλέκο, ζώστρα και μουστάκι.

Την κατασκευή ανέλαβε ο Κωστάκης Μαυρογένης, ανιψιός του καλλιτέχνη, ενώ τα ρούχα ετοιμάστηκαν από την Ντίνα και την Τάντα Μαυρογένη. Ο Βρακάς εμφανίστηκε από την πρώτη διοργάνωση και καθιερώθηκε επίσημα ως έμβλημα το 1962.

Με ύψος περίπου επτά μέτρα, έγινε γρήγορα κάτι περισσότερο από διακοσμητικό στοιχείο. Το σημείο «κάτω από τον Βρακά» εξελίχθηκε σε τόπο συνάντησης για παρέες και οικογένειες. Στα παλαιότερα χρόνια, εκεί οδηγούνταν ακόμη και παιδιά που είχαν χαθεί μέσα στο πλήθος, μέχρι να τα αναζητήσουν οι γονείς τους.

Την ίδια περίοδο καθιερώθηκε και το σύνθημα «Πίννε κρασίν νάσιης ζωήν», δημιουργία του Μιχάλη Πιτσιλλίδη. Η φράση συνόδευσε τον Βρακά και έγινε αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας της διοργάνωσης.

Ακόμη και η πρώτη αφίσα αντιμετωπίστηκε ως σημαντικό καλλιτεχνικό έργο. Επιλέχθηκε μέσω διαγωνισμού και δημιουργήθηκε από τον Λεμεσιανό ζωγράφο Βίκτωρα Ιωαννίδη, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης εικαστικής ταυτότητας για τη νέα γιορτή.

Οι διαφορετικές εποχές της διοργάνωσης

Η ευθύνη της Γιορτής πέρασε σταδιακά από διαφορετικούς φορείς:

1961–1965: Την ευθύνη είχε ο Σύνδεσμος Αναπτύξεως Λεμεσού.

1966–1974: Τη διοργάνωση ανέλαβε το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Λεμεσού.

Από το 1978: Η Γιορτή πέρασε στον Δήμο Λεμεσού, ο οποίος διατηρεί έκτοτε την κύρια ευθύνη της.

Η αλλαγή των διοργανωτών αντικατοπτρίζει και την εξέλιξη του ίδιου του θεσμού: από πρωτοβουλία οικονομικής ανάπτυξης έγινε σταδιακά μεγάλη δημοτική και παγκύπρια πολιτιστική διοργάνωση.

Οι χρονιές που η Γιορτή δεν πραγματοποιήθηκε

Η ιστορία της Γιορτής ακολούθησε αναπόφευκτα και την ταραχώδη πορεία της Κύπρου.

Δεν πραγματοποιήθηκε το 1964, εξαιτίας της πολιτικής και διακοινοτικής έντασης. Ακολούθησε νέα, μεγαλύτερη διακοπή από το 1974 μέχρι και το 1977, λόγω του πραξικοπήματος, της τουρκικής εισβολής και των συνεπειών τους. Η διοργάνωση επανήλθε το 1978, αυτή τη φορά υπό την ευθύνη του Δήμου Λεμεσού.

Η επόμενη μεγάλη διακοπή ήρθε το 2020, όταν η πανδημία του κορωνοϊού κατέστησε αδύνατη τη διοργάνωση μιας εκδήλωσης με δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες.

Το 2021, στη συμπλήρωση 60 χρόνων από την πρώτη Γιορτή, ο θεσμός επέστρεψε με υγειονομικούς περιορισμούς και έλεγχο SafePass. Ήταν επίσης η χρονιά κατά την οποία οι εκδηλώσεις άρχισαν να επεκτείνονται οργανωμένα πέρα από τον Δημόσιο Κήπο, με δράσεις στα κρασοχώρια Άρσος και Δωρός.

1987: Η Λεμεσός αναγνωρίζεται ως Πόλη του Αμπελιού και του Κρασιού

Σημαντικός σταθμός ήταν η 31η Οκτωβρίου 1987. Σε τελετή στο Σαν Μαρίνο, το Διεθνές Γραφείο Αμπέλου και Οίνου ανακήρυξε τη Λεμεσό «Πόλη του Αμπελιού και του Κρασιού».

Η τιμητική αυτή διάκριση επιβεβαίωσε σε διεθνές επίπεδο τον ρόλο που είχε αποκτήσει η πόλη στην παραγωγή, την προώθηση και τον πολιτισμό του κρασιού. Δεν αφορούσε μόνο τη Γιορτή, αλλά η πολύχρονη επιτυχία της διοργάνωσης είχε συμβάλει αποφασιστικά στην εδραίωση αυτής της ταυτότητας.

Από τις τέσσερις μεγάλες οινοβιομηχανίες στα μικρά οινοποιεία

Κατά τις πρώτες δεκαετίες, το πρόσωπο της Γιορτής καθοριζόταν κυρίως από τις τέσσερις μεγάλες οινοβιομηχανίες. Με την πάροδο των χρόνων, όμως, ο κυπριακός αμπελοοινικός χάρτης άλλαξε. Δημιουργήθηκαν μικρά και μεσαία οινοποιεία, αναδείχθηκαν οι αυτόχθονες ποικιλίες και ενισχύθηκε η σύνδεση του κρασιού με τα ορεινά χωριά, τη γαστρονομία και τον θεματικό τουρισμό.

Η μεταφορά επιμέρους εκδηλώσεων σε κρασοχώρια και γειτονιές από το 2021 και μετά σηματοδότησε αυτή τη νέα κατεύθυνση. Η Γιορτή άρχισε να επιστρέφει πιο άμεσα στον χώρο όπου γεννιέται το κρασί: στα αμπέλια, στα πατητήρια, στα χωριά και στις κοινότητες των παραγωγών.

Οι σημαντικότεροι σταθμοί με μια ματιά

1961: Πραγματοποιείται η πρώτη Γιορτή του Κρασιού, από τις 7 μέχρι τις 15 Οκτωβρίου.

1962: Ο Βρακάς και το σύνθημα «Πίννε κρασίν νάσιης ζωήν» καθιερώνονται επίσημα ως σύμβολα του θεσμού.

1964: Η Γιορτή δεν πραγματοποιείται λόγω της πολιτικής κατάστασης.

1966: Την ευθύνη αναλαμβάνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Λεμεσού.

1974–1977: Ο θεσμός διακόπτεται λόγω του πραξικοπήματος, της τουρκικής εισβολής και των συνεπειών τους.

1978: Η Γιορτή επιστρέφει υπό τη διοργάνωση του Δήμου Λεμεσού.

1987: Η Λεμεσός ανακηρύσσεται διεθνώς «Πόλη του Αμπελιού και του Κρασιού».

2020: Η διοργάνωση ακυρώνεται λόγω της πανδημίας.

2021: Επιστρέφει με υγειονομικά μέτρα και αρχίζει η οργανωμένη επέκταση των εκδηλώσεων στα κρασοχώρια.

2026: Ο Δήμος Λεμεσού γιορτάζει την 65η χρονιά του θεσμού, με τη Γιορτή να παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά γεγονότα της πόλης.

Ένας θεσμός που παραμένει ζωντανός επειδή αλλάζει

Η Γιορτή του Κρασιού κατάφερε να επιβιώσει για περισσότερες από έξι δεκαετίες επειδή δεν παρέμεινε απολύτως ίδια. Ξεκίνησε ως απάντηση στα προβλήματα διάθεσης της κυπριακής παραγωγής, εξελίχθηκε σε εργαλείο τουριστικής προβολής και κατέληξε να αποτελεί κομμάτι της συλλογικής μνήμης της Λεμεσού.

Ο Βρακάς, το δωρεάν κρασί των πρώτων χρόνων, οι ταβέρνες, οι θεατρικές παραστάσεις, οι χαμένες παρέες που έδιναν ραντεβού στην είσοδο και οι οικογένειες που επέστρεφαν κάθε χρόνο δημιούργησαν έναν ολόκληρο κόσμο αναμνήσεων.

Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα είναι να διατηρηθεί ο λαϊκός χαρακτήρας της Γιορτής, χωρίς να μετατραπεί σε στατικό φολκλορικό έκθεμα. Να συνεχίσει να αφηγείται την ιστορία του κυπριακού κρασιού, αλλά ταυτόχρονα να δίνει χώρο στους σημερινούς αμπελουργούς, στους νέους οινοποιούς και στις κοινότητες που εξακολουθούν να κρατούν ζωντανή την αμπελουργική παράδοση.

Φωτογραφικό υλικό: Polignosi / Λεμεσού Μνήμες, Discover Cyprus, CITY – Photo Kokos, Check In Cyprus, CyprusAlive.

Latest news
Related news