Γκάφες κάνουμε όλοι μας. Κάποιες από απροσεξία. Να ας πούμε σήμερα έγραψα σε ένα θέμα την εκλογή με άρθρο όμικρον-γιώτα. «Οι εκλογή». Ντροπή το ξέρω και άντε να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας ή δυσλεκτικός.
Γράφει ο Παπά – Ράτσης
Αυτό είναι λοιπόν το ένα είδος γκάφας. Της απροσεξίας. Υπάρχει κι εκείνο όμως το οποίο λειτουργούν σαν ακτινογραφία. Γνωρίζοντας τα ήδη υπάρχοντα δείγματα «γραφής» δεν σε σοκάρει το τι ειπώθηκε, αλλά για το πόσα μπορεί να αποκαλύψει μία και μόνο λέξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η λέξη ήταν το «πελλούς». Και ο άνθρωπος που την ξεστόμισε δεν ήταν ο θείος στο κυριακάτικο τραπέζι, ούτε ο τύπος στο καφενείο που έχει άποψη για όλα και γνώση για τίποτα. Ήταν ένας ευρωβουλευτής. Ο Ευρωβουλευτής.
Ο Φειδίας Παναγιώτου, σε συζήτηση με άτομο με αναπηρία, έδειξε να μην έχει ιδέα ούτε για το τι σημαίνει αναπηρία, ούτε για το πώς μιλάς σε ανθρώπους, ούτε –το χειρότερο– για το πού ακριβώς κάθεται ο ίδιος. Και όταν ρώτησε αν μια κατηγορία αφορά «τους πελλούς», δεν έκανε απλώς ένα γλωσσικό ατόπημα. Μας έκανε κοινωνούς στην αντίληψη που έχει. Στη νοοτροπία. Έναν τρόπο σκέψης που δεν διορθώνεται με apology video (καλομελέτα κι έρχεται) και με χαμηλωμένο βλέμμα (κάτι που δεν έχει κάνει ποτέ, σε καμία από τις προηγούμενες γκάφες του).

Εδώ ουσιαστικά δεν μιλάμε για lapsus. Μιλάμε για μία ακόμη απόδειξη απαιδευσιάς, αμορφωσιάς και μιας υπεροψία που γεννιέται μόνο όταν κάποιος δεν έχει τα «εργαλεία» να καταλάβει πόσα δεν ξέρει. Μιλάμε για τον λαϊκισμό στην πιο ωμή του μορφή: «είμαι σαν κι εσάς», άρα δεν χρειάζεται να είμαι καλύτερος, πιο ενημερωμένος, πιο προσεκτικός. Μιλάμε για την πολιτική ως content και για την «φυσιολογικά υπάρχουσα» άγνοια ως αυθεντικότητα.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι. Διότι ο Φειδίας δεν προέκυψε από το πουθενά. Δεν έπεσε με αλεξίπτωτο στην πολιτική σκηνή. Αναδείχθηκε. Ψηφίστηκε. Χειροκροτήθηκε. Αναγορεύτηκε σε newbestthing ενός τόπου που βαρέθηκε –λέει– τους «παλιούς». Άρα το ερώτημα δεν είναι μόνο τι λέει ο Φειδίας για τον εαυτό του. Είναι τι λέει η επιτυχία του για εμάς.
Τι ζητά πλέον ο μέσος ψηφοφόρος από τον εκπρόσωπό του; Γνώση; Επάρκεια; Κατανόηση της κοινωνίας; Ή απλώς κάποιον που «να τα λέει χύμα», να μην πολυκαταλαβαίνει, να μην πολυσκέφτεται, να μην πολυφιλτράρει; Μήπως τελικά δεν μας ενοχλεί η άγνοια, αρκεί να μας κλείνει το μάτι; Μήπως η πολιτική επάρκεια θεωρείται πια μειονέκτημα, γιατί θυμίζει ελίτ, ενώ η προχειρότητα βαφτίζεται γνησιότητα;
Κι αν με ρωτάς αυτή η απέχθεια για το κατεστημένο είναι που έχει φέρει ως το άλλο «φρούτο» των καιρών και την άνοδο της ακροδεξιάς. Εκείνης που τρέφεται από την ίδια πρώτη ύλη: τον θυμό, την ανασφάλεια και τη βαθιά ανάγκη του μέσου «πατριώτη» να νιώσει ανώτερος απλώς επειδή ανήκει κάπου. Δεν χρειάζεται πρόγραμμα· αρκεί ένας εχθρός. Δεν χρειάζεται σκέψη· αρκεί μια ταμπέλα. Δεν χρειάζεται κατανόηση· αρκεί ένα «εμείς» και πολλοί «άλλοι».
Το πολιτικό σκηνικό, φυσικά, έχει τις ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ευθύνες του. Όταν αποτελείται από ανθρώπους που επί χρόνια μιλούν μια γλώσσα κενή, ξύλινη και αυτάρεσκη, ανοίγουν διάπλατα τον δρόμο στον κάθε Φειδία. Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε: οι εκπρόσωποι δεν πέφτουν από τον ουρανό. Είναι καθρέφτες. Και κάποιοι από αυτούς τους καθρέφτες είναι απλώς πιο κρυστάλλινοι απ’ όσο αντέχουμε να κοιταχτούμε.
Γιατί, τελικά, το πιο άβολο ερώτημα δεν είναι πώς γίνεται ένας τέτοιος άνθρωπος να βρίσκεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το πραγματικά άβολο ερώτημα είναι πώς γίνεται τελικά να μας μοιάζει τόσο πολύ.


