Οι 15 νεκροί μετανάστες στη Χίο και το “ναυάγιο της ανθρωπιάς”

Ορίστε ένα ευφάνταστο αφήγημα εικονικής πραγματικότητας: Ένα υπερφορτωμένο, ετοιμόρροπο φουσκωτό σκάφος, γεμάτο πανικόβλητους ανθρώπους, αποπειράθηκε να εμβολίσει ένα υπερσύγχρονο σκάφος του Λιμενικού.

Άνθρωποι που έβλεπαν τη στεριά στα 500 μέτρα αποφάσισαν — ξαφνικά — να αυτοκτονήσουν. Ότι μια βάρκα χωρίς όργανα πλοήγησης, χωρίς ασφάλεια, χωρίς χώρο να σταθείς όρθιος επιτέθηκε σε ένα πλοίο.

Και κοίτα να δεις που και πάλι, οι κάμερες δεν λειτουργούσαν.

Γράφει ο Παπα – Ράτσης

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούμε. Στην Ελλάδα των τελευταίων ετών οι καταγραφικές συσκευές έχουν μια περίεργη συνήθεια: χαλάνε τη στιγμή που πεθαίνουν άνθρωποι. Μια διαολεμένη σύμπτωση που λύνει πολλά προβλήματα.

Οι νεκροί, όμως, δεν επανέρχονται για να ξαναγυρίσουν τις σκηνές του θανάτου τους.

Οι ιατροδικαστικές αναφορές μιλούν για βαριά τραύματα, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Όχι για πνιγμό. Παιδιά τραυματισμένα. Παιδιά που έμειναν ορφανά. Γιατροί έψαχναν γονείς και τους βρήκαν στο νεκροτομείο. Σαν σκηνές από επεισόδιο του The Pitt. Έμβρυα σε εγκυμονούσες κοιλιές που δεν πρόλαβαν καν να αποκτήσουν χώρα, υπηκοότητα ή όνομα — μόνο ημερομηνία θανάτου. Ορίστε μία ιδιότυπη άμβλωση στην οποία συμφωνούν οι – κατά τ άλλα – διαφωνούντες.

Κι όμως, ένα κομμάτι της δημόσιας συζήτησης δεν στάθηκε στον θάνατο και τον πόνο.

Στάθηκε στα σχόλια.

Δεν είναι δύσκολο να τα βρεις. Κάτω από ειδήσεις για νεκρούς ανθρώπους διαβάζεις: «καλά να πάθουν», «όλοι στον πάτο», «λιγότεροι για να μας τρώνε», «να φυλάνε τα σύνορα πιο …σκληρά». Δεν είναι καν το περιθώριο. Δεν είναι ένας παράφρονας αιμοδιψής. Είναι δυστυχώς αρκετοί ώστε να θεωρούνται ανησυχητικά αρκετοί. Ένα σκοτεινό πανηγύρι απανθρωπιάς όπου ο θάνατος αντιμετωπίζεται σαν επιτυχία αποτροπής.

Και αυτό είναι το πραγματικό ναυάγιο.

Όχι στη θάλασσα. Στην κοινωνία.

Γιατί η Ελλάδα έχει μνήμη. Ή, μάλλον, θα έπρεπε να έχει. Έλληνες έφευγαν με καράβια για την Αμερική στοιβαγμένοι σε αμπάρια. Έλληνες πέρασαν σύνορα νύχτα για να γλιτώσουν πολέμους, φτώχεια και διώξεις. Έλληνες ονομάστηκαν «ξένοι», «βρωμιάρηδες», «κλέφτες δουλειών» σε άλλες χώρες. Οι παππούδες μας ήταν οι «λαθραίοι» κάποιων άλλων.

Σήμερα όμως η λέξη «άνθρωπος» αντικαθίσταται εύκολα από τη λέξη «παράνομος». Λες και η ύπαρξη μπορεί να είναι παράνομη. Λες και ένα παιδί σε βάρκα έχει ποινικό μητρώο. Λες και κάποιος βάζει την οικογένειά του στη θάλασσα επειδή το βρίσκει διασκεδαστικό και αδρεναλινογόνο ταυτόχρονα. Ένα ειδικό bangee jumping που καταλήγει στον πάτο της θάλασσας.

Κανείς δεν φεύγει από το σπίτι του αν το σπίτι του είναι ασφαλές.
Κανείς δεν βάζει το παιδί του σε μια βάρκα αν η στεριά από την οποία φεύγει είναι πιο ασφαλής από το νερό.

Αυτή είναι η απλή αλήθεια που προσπαθούμε να μην ακούμε.

Και αντί να τη δούμε, συζητάμε αν το φουσκωτό «εμβόλισε». Αν οι άνθρωποι «έφταιγαν». Αν «οι διακινητές». Πάντα κάποιος άλλος. Ποτέ η πολιτική. Ποτέ η πρακτική της αποτροπής που μετατρέπει τη διάσωση σε καταδίωξη.

Το κράτος σπεύδει να δώσει συγχαρητήρια πριν καν ολοκληρωθεί η έρευνα. Η έρευνα ξεκινά με συμπέρασμα ήδη ανακοινωμένο. Και η κοινωνία — ένα κομμάτι της — δεν ζητά απαντήσεις. Ζητά αποφασιστικότητα και «ασφαλή» σύνορα.

Εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη ήττα.

Όχι μόνο γιατί ίσως σκοτώθηκαν άνθρωποι που ζητούσαν σωτηρία. Αλλά γιατί κάποιοι ένιωσαν ανακούφιση γι’ αυτό. Όταν ο θάνατος ενός αδύναμου δεν προκαλεί πένθος αλλά ικανοποίηση, δεν έχουμε απλώς αποτύχει ως κράτος δικαίου:

Έχουμε αποτύχει ως άνθρωποι.

Οι δεκαπέντε νεκροί δεν είναι «ροές», «πίεση», «περιστατικό» ή «εισβολή». Είναι αυτό που κάποτε ήμασταν κι εμείς: άνθρωποι που έφυγαν επειδή δεν μπορούσαν να μείνουν.

Και αν κάτι βυθίζεται πραγματικά στο Αιγαίο, δεν είναι μια βάρκα.

Είναι η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε στην απελπισία του άλλου, την απελπισία που βιώσανε κάποτε «δικοί» μας άνθρωποι.

κεντρική φώτο του άρθρου: προϊόν ΑΙ

Latest news
Related news