Σαν σήμερα.
18 Απριλίου 1930. Μεγάλη Παρασκευή.
Η ραδιοφωνική υπηρεσία του BBC βγαίνει στον αέρα για το βραδινό δελτίο ειδήσεων.
Λογικά οι ακροατές περιμένουν τα γνωστά. Κάποια κρίση. Κάποια πολιτική ένταση. Ένα “κάτι” ειδησιογραφικό τέλος πάντων.
Αντί γι’ αυτό, μια φωνή —στεγνή και βρετανικά ατάραχη— λέει με δημοσιογραφικό άχρωμο ήχο:
«Καλησπέρα σας. Σήμερα είναι Μεγάλη Παρασκευή και …δεν υπάρχουν ειδήσεις».
Και μετά… πιάνο.
Ένα κλασσικό κομμάτι εκτελεσμένο σε ένα πιάνο αντικαθιστά τα όποια νέα μπορεί να ακούγονταν εκείνη την ίδια ώρα.

=======
Αν το σκεφτείς για λίγο, είναι σχεδόν αδιανόητο.
Όχι επειδή δεν υπήρχαν ειδήσεις. Αλλά επειδή κάποιος τόλμησε να το πει. Eντάξει: και επειδή δεν υπήρχαν ειδήσεις. Δεν νομίζω να έχει υπάρξει ημέρα στην ανθρώπινη ιστορία που να μην έχουμε καταφέρει κάτι πραγματικά σημαντικό (και όχι πάντα με την καλή έννοια) για να ειπωθεί.
Σήμερα που η ειδησιογραφία έχει αλλάξει και μορφή και σκοπό, ακόμη κι αν ο πλανήτης σταματούσε να περιστρέφεται (που λέει ο λόγος), θα βρίσκαμε τρόπο να γεμίσουμε ένα δελτίο. Με αναλύσεις, με «τι σημαίνει αυτό», με «πώς θα μας επηρεάσει το …τίποτα», με πέντε πάνελ και δέκα τίτλους που ουρλιάζουν θα τα βρίσκαμε.
Το 1930, όμως, το BBC έκανε κάτι σχεδόν ανήκουστο:
παραδέχτηκε το κενό σε μία εποχή που τις ειδήσεις δεν τις γέμιζαν σαν σακί με λογιών λογιών …πατάτες.

========
Βέβαια, εδώ αρχίζει το ωραίο κομμάτι της ιστορίας.
Διότι ο κόσμος δεν ήταν καθόλου …ήσυχος εκείνη τη μέρα.
Στην Ινδία, επαναστάτες επιτίθενται στο οπλοστάσιο του Τσιταγκόνγκ.
Στη Ρουμανία, μια πυρκαγιά σε εκκλησία αφήνει πίσω της δεκάδες νεκρούς.
Στις Φιλιππίνες, τυφώνας σαρώνει περιοχές με νεκρούς και σοβαρές καταστροφές.
Ο κόσμος, δηλαδή, έκανε και εκείνη την ημέρα αυτό που κάνει πάντα:
συνεχίζει, συγκρούεται, καίγεται, πνίγεται, εξεγείρεται.
Απλώς… το BBC δεν το …είχε.
Ή, πιο σωστά, δεν το είχε ακόμη.

=======
Ωστόσο τότε υπήρχαν λόγοι που αυτό που συνέβη υπήρχε και τρόπος να αιτιολογηθεί.
Το BBC του 1930 δεν είναι το BBC που ξέρουμε. Δεν ήταν ένας οργανισμός με στρατούς δημοσιογράφων παντού όπως είναι σήμερα όλα τα μεγάλα δίκτυα. Τότε αποτελεούσε έναν μηχανισμό που τροφοδοτούνταν από ειδησεογραφικά πρακτορεία — Reuters, Press Association και τα λοιπά — και κινούνταν μέσα σε ένα σύστημα όπου ο έντυπος Τύπος κρατά ακόμη τα ηνία.
Άσε που ήταν Μεγάλη Παρασκευή.
Οι εφημερίδες δεν κυκλοφορούσαν.
Οι ροές ειδήσεων ήταν παγωμένες.
Ο ρυθμός του κόσμου (του δυτικού τουλάχιστον) είχε πατήσει pause.
Και τότε προέκυψε το ερώτημα:
Δηλαδή αν δεν μας έρθει τίποτα στο teleprinter… δεν υπάρχει είδηση;
=======
Η απάντηση του BBC ήταν απλή.
Όχι.
=======
Και έτσι μία ιστορία 100 παρά κάτι χρόνων γίνεται ξαφνικά επικίνδυνα σύγχρονη αλλά …αντίστροφα.
Γιατί αυτό που τότε ήταν τεχνικός περιορισμός, σήμερα είναι απλά επιλογή.
Τότε, δεν υπήρχαν ειδήσεις διότι δεν έφτασαν στα …χέρια μας.
Σήμερα, δεν υπάρχουν ειδήσεις αλλά …πρέπει να υπάρξουν.
Και έτσι γεμίζουμε τον αέρα με θόρυβο. Με εικασίες. Με «κάτι να πούμε».
Γιατί η σιωπή είναι το μόνο πράγμα που δεν συγχωρείται.
Το 1930, όμως, η σιωπή μεταδόθηκε κανονικά.
Με τη συνοδεία ενός πιάνου.
=======
Το περιστατικό έμεινε στην ιστορία σαν ένα μικρό, σχεδόν παράλογο ανέκδοτο των media. Ένα trivia που επανέρχεται κάθε χρόνο. Το BBC το θυμάται. Οι δημοσιογράφοι το ανακυκλώνουν. Τα sites το έχουν στα κιτάπια τους ως «η μέρα χωρίς ειδήσεις».
Αλλά δεν είναι ακριβώς αυτό.
Ήταν μία μέρα χωρίς πρόσβαση σε ειδήσεις.
Η μέρα που το ειδηασιογραφικό καλάθι έμεινε άδειο — όχι ο κόσμος από γεγονότα.
Και το BBC δεν είχε πρόβλημα να το πει.
======
Ίσως τελικά και εν κατά κλείδι μπορεί να θεωρηθεί το πιο ειλικρινές δελτίο ειδήσεων που μεταδόθηκε ποτέ.
Και ίσως γι’ αυτό το θυμόμαστε ακόμη. Όχι επειδή ήταν άδειο, αλλά επειδή δεν επιδιώχθηκε να γεμίσει με το ζόρι.
Νίκος Κατσαρός

