Kανείς δεν θέλει να ξυπνάει νωρίς τις Δευτέρες. Εκτός αν αυτή η Δευτέρα είναι η Καθαρά. Μια λέξη που δίπλα στο όνομα της ημέρας δημιουργεί προσδοκίες.
Καθαρά. Δηλαδή θα καθαρίσουμε ή θα εξαγνίσουμε κάτι; Δύσκολη η δουλειά που αναλαμβάνει ετούτη η Δευτέρα.η Καθαρά.
Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Και πως το κάνουμε αυτό λοιπόν; Την κάθαρση;

Φοράμε τις φόρμες μας ή κάτι σχετικά άνετο, φορτώνουμε καρεκλάκια, τάπερ και μισό παντοπωλείο το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου και ξεκινάμε τη μεγάλη έξοδο προς χωράφια, πάρκα, παραλίες και οποιοδήποτε σημείο της Κύπρου έχει χώρο για τρεις γενιές, τέσσερις σακούλες, πέντε κουβέντες για πολιτική. Μπόνους εκείνος ο θείος που αναπολεί τις εποχές που οι δάσκαλοι έριχναν και καμία με τη ρίγα στις παλάμες των μαθητών, αναπολεί την εποχή που ο εκκλησιασμός την Κυριακή ήταν υποχρεωτικός από το σχολείο και βάζει στοίχημα με τον θείο της διπλανής παρέας ότι “φέτος ο χαρταετός θα σηκωθεί κάθετα”. Αν δεν έχεις τέτοιο θείο στην δική σου οικογένεια, σε ζηλεύω.
Και η αλήθεια είναι πως είναι ωραίο όλο αυτό. Όχι με τον θείο αλλά η εξόρμηση της Καθαράς Δευτέρας.
Πραγματικά ωραίο.
Ο ουρανός γεμίζει χρώματα, τα παιδιά τρέχουν, οι γονείς φωνάζουν “πρόσεχε τα καλώδια!”, κάποιος πάντα μπλέκει τον σπάγκο με άλλους πέντε χαρταετούς και ξεκινά η πρώτη διπλωματική κρίση της Σαρακοστής. Η λαγάνα κόβεται με ευλάβεια λες και είναι συμβόλαιο αγοράς οικοπέδου, ο ταραμάς γίνεται αντικείμενο σοβαρής γευσιγνωσίας (“φέτος σου ξέφυγε το λεμόνι”), και τα καλαμαράκια κυκλοφορούν πιο πολύ κι από προεκλογικές υποσχέσεις.
Η Καθαρά Δευτέρα είναι από τα πιο όμορφα κοινωνικά μας έθιμα.
Γιατί δεν είναι απλώς θρησκευτικό. Είναι συλλογικό. Είναι οικογενειακό. Είναι μια σπάνια μέρα που καθόμαστε μαζί χωρίς Wi-Fi να μας χωρίζει σε δωμάτια. Μιλάμε. Πειράζουμε. Τσακωνόμαστε για το τίποτα. Δηλαδή, επικοινωνούμε.

Και ο πραγματικός συμβολισμός είναι απλός:
η αρχή της νηστείας, η εγκράτεια, η αποτοξίνωση. Όχι μόνο από το κρέας — από την υπερβολή. Από την απληστία. Από την κακία. Από τον εγωισμό.
Και εκεί είναι που εντοπίζεται το «πρόβλημα».
Διότι ως λαός, την Καθαρά Δευτέρα την παίρνουμε κυριολεκτικά.
Καθαρίζουμε μόνο το μενού από αρτύσιμα.
Κόβουμε το κρέας για 24 ώρες, αλλά όχι την αγένεια.
Αποφεύγουμε το γάλα, αλλά όχι το βόλεμα.
Νηστεύουμε από τυρί, όχι από λαδώματα.
Και το “ταραμοσαλάτα χωρίς αυγό” μας απασχολεί περισσότερο από το “συνείδηση χωρίς αρχές”.
Θα πετάξουμε χαρταετό — αλλά όχι τις νοοτροπίες που μας κρατούν μετεξεταστέους στα κοινωνικές μας τεστ.
Κάθε χρόνο μιλάμε για κάθαρση. Μεγάλη λέξη. Βιβλική. Σχεδόν μεταφυσική.
Κι όμως, ζούμε σε μια χώρα όπου η διαφθορά δεν είναι σκάνδαλο· είναι κατηγορία επαγγέλματος. Όπου η εγκληματική προχειρότητα χωράει σε ένα “άις μας ρε κουμπάρε τωρά”. Όπου οι λάθος επιλογές επαναλαμβάνονται, όχι από την αδυναμία μας να διορθώσουμε αλλά επειδή δεν θέλουμε. Γιατί να κοπιάσω να διορθώσω ένα λάθος που αν το κάνω δεν πρόκειται να έχω καμία συνέπεια;
Η ίδια η Εκκλησία — που μιλά για εγκράτεια, αποτοξίνωση και πνευματική ταπείνωση — δεν προλαβαίνει να μετρά σκάνδαλα, περιουσίες, επενδύσεις και real estate που θα ζήλευε και επενδυτικό ταμείο.
Η εγκράτεια φαίνεται πως έχει αποτέλεσμα και βρίσκει εφαρμογή μόνο στο… καλαμάρι αντί της μπριζόλας.
Δεν είναι επίθεση στην πίστη.
Η πίστη είναι προσωπική υπόθεση. Και για πολλούς κατανοώ πως είναι παρηγοριά, στήριγμα και ελπίδα.
Αλλά τα σύμβολα είναι επικίνδυνα όταν μένουν μόνο σύμβολα ή επικαλούνται αξίες που δεν εφαρμόζουν και προσδοκούν στον ψυχικό πλούτο των πιστών στοιβάζοντας τα ίδια τα σύμβολα από τον άλλον τον πλούτο στο όνομα του θεού.
Αυτά σε …θεσμικό επίπεδο κάθαρσης.

Σε προσωπικό τώρα, υποτίθεται πως η Καθαρά Δευτέρα δεν ζητά να αλλάξουμε διατροφή. Ζητά να αλλάξουμε στάση.
Να κάνουμε «νηστεία χαρακτήρα».
Να κόψουμε την κακεντρέχεια, να περιορίσουμε την πονηριά, να πούμε μια φορά “έκανα λάθος” χωρίς να φταίνε οι ξένοι, ο καιρός ή ο ανάδρομος ο κωλο-Ερμής.
Αν η κάθαρση κρατά μόνο όσο διαρκεί η λαγάνα, τότε δεν είναι κάθαρση. Είναι πικνίκ.
Και αυτό είναι το πιο κυπριακό (μας) απ’ όλα:
πετάμε χαρταετούς ψηλά, αλλά κρατάμε γερά το σκοινί από κάτω.
Μην τυχόν και αλλάξει κάτι.
Σήμερα θα βγούμε. Θα φάμε, θα γελάσουμε, θα μαζευτούμε γύρω από ένα τραπέζι στον ήλιο — και καλώς θα κάνουμε. Αυτή είναι η ομορφιά της μέρας.
Αύριο όμως θα είμαστε αυτοί που είμασταν χθες και αυτό δεν αλλάζει ούτε με λίγο ταραμά και ελιές, ούτε με δηλώσεις πίστης.
Αλλάζει με επαναφορά μας στις εργοστασιακές ρυθμίσεις των ανθρώπινων αξιών.


