Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Υπάρχουν συγκυρίες που η διεθνής πολιτική μοιάζει με εκείνες τις εταιρικές συνεδριάσεις όπου όλοι έχουν ήδη αποφασίσει πριν καν ξεκινήσει η συζήτηση. Τα χαρτιά είναι έτοιμα, τα κεφάλια γνέφουν καταφατικά αν και μπορείν να μην συμφωνούν και το μόνο που απομένει είναι να περάσει η απόφαση «ομόφωνα» μιας και το αφεντικό έχει ήδη εκφράσει τη βούλησή του.
Και τότε κάποιος σηκώνει το χέρι και λέει: «Εγώ διαφωνώ».
Στην τελευταία πράξη του διεθνούς θεάτρου, αυτός ο «κάποιος» είναι ξεκάθαρα η Ισπανία.
Την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούσαν τη χρήση ευρωπαϊκών στρατιωτικών βάσεων για να συνεχίσουν την επίθεσή τους κατά του Ιράν, η Μαδρίτη αποφάσισε να θυμηθεί κάτι σχεδόν ξεχασμένο εσχάτως στη δυτική διπλωματία: ότι υπάρχει και η λέξη «όχι». Όχι, δεν θα χρησιμοποιηθούν οι βάσεις μας για να συνεχιστεί ένας πόλεμος που ανοίγει άλλο ένα κεφάλαιο στη μακρά ιστορία των πολέμων της Μέσης Ανατολής. Όχι, δεν θα σταθούμε και μείς απέναντι στο διεθνές δίκαιο. Αν κάτι κρατά αυτόν τον κόσμο είναι να μην καταρρεύσει αυτό είναι το διεθνές δίκαιο και αυτός ο πόλεμος τον χρησιμοποιεί σαν κωλόχαρτο όπως όλοι οι πολέμοι που διεξάγονται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στην περιοχή τα τελευταία χρόνια.
Και σε μια Ευρώπη που η απόκρισή της στις ορέξεις των ΗΠΑ και κυρίως του Ντόναλντ Τραμπ είναι πανομοιότυπη: δηλαδή μία μουδιασμένη, σχεδόν χεσμένη, κατάφαση, εμφανίστηκε μια χώρα που δεν μπήκε καν στη διαδικασία να το συζητήσει.
Οι υπόλοιποι συνιστούν εγκράτεια και σύνεση σε όλους τους άλλους εκτός από τους επιτιθέμενους και η Ισπανία έκανε το λιτό, επαναστατικό και απολύτως λογικό: Είπε όχι.
Η αντίδραση από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ήταν σχεδόν… διδακτική. Γεμάτη με την αλαζονεία και τον ναρκισσισμό του παγκόσμιου ηγέτη. Ο Ντόναλντ Τραμπ, με το γνωστό αυτοκρατορικό ύφος που τον χαρακτηρίζει, απάντησε περίπου σαν ιδιοκτήτης που θυμώνει επειδή κάποιος δεν του άνοιξε την πόρτα του σπιτιού που θεωρεί ότι του νοικιάζει. Θύμισε πόσο «ενθουσιωδώς» οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι αποδέχθηκαν τους νέους δασμούς του, άφησε να εννοηθεί ότι αν ήθελε πραγματικά να χρησιμοποιήσει τις ισπανικές βάσεις θα μπορούσε να το κάνει και — με λίγα λόγια — υπενθύμισε ότι στον κόσμο του, οι σύμμαχοι του δεν αποτελούν συμμάχους με τη διακριτική τους ευχέρεια. Είναι κάτι μεταξύ υπαλλήλων και υποτακτικών.
Δεν είναι καινούρια αυτή η λογική. Οι αυτοκρατορίες πάντα μιλούσαν έτσι. Με εκείνη τη βεβαιότητα ότι η συγκατάθεση των άλλων είναι περισσότερο διαδικαστικό ζήτημα παρά πραγματική επιλογή.
Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι ο Τραμπ. Αυτόν τον ξέρουμε.
Το ανησυχητικά ενδιαφέρον είναι η Ευρώπη.
Μια ήπειρος που ιδρύθηκε πάνω στην υπόσχεση ότι οι πόλεμοι θα γίνουν παρελθόν, αλλά σήμερα τους παρακολουθεί να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια μετά από βροχή — και συνήθως περιορίζεται σε ανακοινώσεις, δηλώσεις και «ανησυχίες». Η Ευρώπη παρέα με τον ΟΗΕ αποτελούν τους παρατηρητές που δηλώνουν ότι νιώθουν άσχημα γι αυτά που συμβαίνουν αλλά παράλληλα είναι και παντελώς ανίκανοι να το αλλάξουν.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η στάση της Ισπανίας είναι και απολύτως άδικο και εξαιρετικά δίκαιο να χαρακτηριστεί επαναστατική. Στην πραγματικότητα είναι το αυτονόητο: ένα κράτος που αποφασίζει ότι δεν θέλει να γίνει μέρος ακόμη μιας πολεμικής αλυσίδας που προκαλεί καταστροφή και αιματοχυσία.
Και όμως έτσι όπως έχουμε καταντήσει, το αυτονόητο ακούγεται ριζοσπαστικό μέσα στην γενική μας Ευρωπαϊκή απραξία και αποχαύνωση.
Σε μια κακομοίρα Ευρώπη που έχει μάθει να ψιθυρίζει διπλωματικά «ίσως» και «θα δούμε», υπήρξε κάποιος πρόφερε καθαρά τη λέξη «όχι».
Και αυτή η λέξη ακούστηκε πιο δυνατά απ’ όσο όλες οι κορώνες και οι θριαμβολογίες του «Αυτοκράτορα».


