Ρήγμα διαφαίνεται στις σχέσεις μεταξύ Δήμου Λεμεσού και ΤΕΠΑΚ, με αφορμή τον πολεοδομικό σχεδιασμό της πόλης αλλά φόντο βαθύτερες διαφωνίες.
Η ένταση δεν περιορίζεται σε μια μεμονωμένη απόφαση, αλλά αποτυπώνει μια σχέση που δοκιμάζεται εδώ και καιρό.
Γράφει η Πηνελόπη Μουρίκη
Σε φάση έντονης ψυχρότητας φαίνεται να έχουν εισέλθει οι σχέσεις μεταξύ του Δήμου Λεμεσού και του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΤΕΠΑΚ), με αφορμή – αλλά όχι μοναδική αιτία – τον σχεδιασμό ενός μεγάλου έργου για το μέλλον της πόλης.
Η πρόσφατη απόφαση των Δήμων Λεμεσού, Αμαθούντας και Πολεμιδιών να αναθέσουν σε άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα τη μελέτη για τον «πρότυπο ολοκληρωμένο σχεδιασμό βιώσιμης κινητικότητας, χωροταξικής και πολεοδομικής ανάπτυξης» προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Το έργο, διάρκειας 42 μηνών και προϋπολογισμού περίπου 1,2 εκατ. ευρώ, ανατέθηκε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο Frederick, αφήνοντας εκτός το ΤΕΠΑΚ.
Η αντίδραση του πρύτανη του ΤΕΠΑΚ, Παναγιώτη Ζαφείρη, ήταν άμεση και αιχμηρή. Σε δημόσια τοποθέτησή του εξέφρασε «έκπληξη και απογοήτευση», τονίζοντας ότι το πανεπιστήμιο δεν ενημερώθηκε ούτε κλήθηκε να συμμετάσχει ως ισότιμος εταίρος σε ένα έργο που αφορά άμεσα την πόλη όπου εδρεύει και δραστηριοποιείται.
Το ΤΕΠΑΚ, άλλωστε, δεν είναι ένας τυχαίος φορέας για τη Λεμεσό. Με χιλιάδες φοιτητές και προσωπικό στο ιστορικό κέντρο, αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της πόλης, ενώ διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία σε τομείς όπως η βιώσιμη αστική ανάπτυξη και η κινητικότητα.
Από την πλευρά τους, οι δήμοι απέρριψαν τις αιχμές περί αποκλεισμού. Σε κοινή τους δήλωση υποστηρίζουν ότι το ΤΕΠΑΚ είχε ενημερωθεί και προσκληθεί, ενώ επισημαίνουν ότι το έργο παραμένει ανοικτό σε συνεργασίες και συνέργειες με όλους τους επιστημονικούς φορείς.
Ωστόσο, πίσω από τη συγκεκριμένη διαφωνία φαίνεται να κρύβεται ένα βαθύτερο υπόβαθρο εντάσεων. Όπως προκύπτει, οι σχέσεις των δύο πλευρών δεν επιδεινώθηκαν ξαφνικά, αλλά αποτελούν συνέχεια προηγούμενων διαφωνιών, μεταξύ άλλων για αναπτύξεις στην περιοχή του παλαιού νοσοκομείου και τον ευρύτερο πολεοδομικό σχεδιασμό.

Σύμφωνα με συγκλίνουσες πληροφορίες και εκτιμήσεις που διακινούνται στο παρασκήνιο, ο δήμαρχος Λεμεσού φέρεται να αντιμετωπίζει με επιφύλαξη – έως και δυσφορία – σειρά αποφάσεων και δραστηριοτήτων του ΤΕΠΑΚ τα τελευταία χρόνια. Οι ίδιες πηγές κάνουν λόγο για διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τον ρόλο και την επιρροή του πανεπιστημίου στον αστικό σχεδιασμό, αλλά και για ενόχληση αναφορικά με παρεμβάσεις ή τοποθετήσεις που, κατά την αντίληψη του Δήμου, υπερβαίνουν τα στενά ακαδημαϊκά όρια. Αν και δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση αυτών των θέσεων, η εικόνα που διαμορφώνεται ενισχύει την αίσθηση μιας σχέσης που δοκιμάζεται σε πολλαπλά επίπεδα.
Το «ράγισμα του γυαλιού», όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται, αποτυπώνει μια σταδιακή απομάκρυνση που πλέον λαμβάνει δημόσιες διαστάσεις.
Παρά τις εντάσεις, και οι δύο πλευρές επιχειρούν να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας. Ο Δήμος Λεμεσού υπενθυμίζει ότι υπάρχουν ήδη συνεργασίες με το ΤΕΠΑΚ σε έργα συνολικού ύψους περίπου 500 χιλιάδων ευρώ, ενώ αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω εμπλοκής του πανεπιστημίου στον σχεδιασμό της πόλης.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η διαχείριση μιας επικοινωνιακής κρίσης, αλλά η αποκατάσταση μιας λειτουργικής σχέσης μεταξύ δύο βασικών θεσμών της Λεμεσού. Σε μια πόλη που αντιμετωπίζει έντονες προκλήσεις – από το κυκλοφοριακό μέχρι την άναρχη ανάπτυξη – η σύμπραξη τοπικής αυτοδιοίκησης και ακαδημαϊκής κοινότητας δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαιότητα.
Η εξέλιξη της αντιπαράθεσης θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και το κατά πόσο η Λεμεσός μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον της με όρους επιστημονικής τεκμηρίωσης και θεσμικής συνεννόησης – ή αν θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις.

