Της Μιχαέλλας Χρυσάφη*
«Καλώς το κορίτσι μας!»
Τρεις αντρικές φωνές, γεμάτες ζεστασιά, έσπασαν τη σιωπή μόλις πέρασα το κατώφλι του μικρού καφενείου στην παλιά Λευκωσία. Τους χαιρέτησα χαμογελώντας και κάθισα στη γνώριμη γωνιά μου, εκεί όπου συνηθίζω να διαβάζω. Κάποιες φορές όμως, περισσότερο από τα βιβλία, με κρατούν εκεί οι ιστορίες.
Άνοιξα τις σημειώσεις μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ, μέχρι που άκουσα τον κύριο Ευάγγελο να σιγοτραγουδά.
«Βρε μπαγάσα, ζεις καλά κει πάνω…»
Γύρισα διακριτικά προς το μέρος του, χωρίς να θέλω να γίνω αντιληπτή. Εκείνος όμως είχε ήδη καταλάβει.
«Ξέρεις τι σημαίνει να ζεις στην ξενιτιά, κορίτσι μου; Μακάρι να μην το μάθεις ποτέ…»
Το είπε αργά, σχεδόν ψιθυριστά, ενώ κρατούσε το τσιγάρο ανάμεσα στα κουρασμένα δάχτυλά του.
«Άσε μας, ρε Ευάγγελε, με την ξενιτιά σου. Κύπρο ήρθες, όχι στην άκρη του κόσμου», του φώναξε ο κύριος Νίκος από το διπλανό τραπέζι.
Ο Ευάγγελος δεν απάντησε. Μόνο χαμογέλασε πικρά.
«Από πού είστε;» τον ρώτησα διστακτικά.
«Λουτρός Ημαθίας. Ένα μικρό χωριό στην Ελλάδα».
Το είπε κοφτά, λες και η λέξη κουβαλούσε ακόμα βάρος.
Άναψε δεύτερο τσιγάρο και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Έφυγα μικρός. Δεκαεπτά, δεκαοχτώ χρονών. Έλεγα πως πάω για περιπέτεια…»
Σταμάτησε για λίγο και γέλασε χαμηλόφωνα.
«Ψέματα. Για να σωθώ έφυγα. Από τη φτώχεια, από το μέλλον μου… Δεν ξέρω ούτε εγώ».
Το χαμόγελό του δεν είχε χαρά. Μόνο νοσταλγία.
«Και μετά;»
«Μετά δρόμοι. Πόλεις. Λιμάνια. Οικοδομές. Κουζίνες. Δουλειές του ποδαριού. Και ύστερα… Κύπρος».
Η λέξη έμεινε για λίγο μετέωρη στον αέρα, σαν στάση σε διαδρομή που ποτέ δεν ήταν ο τελικός προορισμός.
«Δεν παραπονιέμαι. Δούλεψα πολύ εδώ. Μέχρι που βρέθηκα σε μια κρεπερί. Εκεί γνώρισα το Μαράκι μου».
Για πρώτη φορά το πρόσωπό του μαλάκωσε. Τα μάτια του φωτίστηκαν.
«Ερχόταν για κρέπα μετά το πανεπιστήμιο. Τότε χαιρόμουν όταν έφτιαχνα καλές κρέπες. Μετά χαιρόμουν μόνο όταν τις έτρωγε εκείνη».
Χαμογέλασα κι εγώ μαζί του.
«Αυτή με κράτησε στην Κύπρο. Έφευγα για Ελλάδα λέγοντάς της πως δεν γίνεται να βγει κάπου όλο αυτό. Κι εκείνη ερχόταν από πίσω μου. Μέχρι που τη ζήτησα από τη μάνα της. Χαλάλι η ξενιτιά…»
Γέλασε ξανά.
«Κάναμε τρία παιδιά. Χρυσάφια. Και μετά ήρθε η εφηβεία…»
Το μικρό ραδιόφωνο του καφενείου άρχισε εκείνη τη στιγμή να παίζει το «Τζιβαέρι».
Ο Ευάγγελος σώπασε.
«Αυτό το τραγούδι μού το τραγουδούσε η αδελφή μου στο τηλέφωνο. Σαν να γράφτηκε για εκείνες τις νύχτες που δεν ξέρεις πού ανήκεις».
Η φωνή του χάθηκε μέσα στους στίχους.
«Δεν κάνατε φίλους εδώ;» τον ρώτησα, προσπαθώντας να αλλάξω την ατμόσφαιρα.
«Οι φίλοι μου ήταν μαύρα πουλιά», απάντησε χαμογελώντας πικρά. «Πάντα ήμουν ο ξένος. Ακόμα κι όταν γελούσα μαζί τους, μέσα μου ένιωθα πως καθόμουν σε καρέκλα που δεν μου ανήκε».
Στο τραπέζι έπεσε σιωπή.
«Πίσω στην Ελλάδα δεν πηγαίνατε;»
Αναστέναξε βαθιά.
«Δεν έφταναν τα λεφτά. Όλο λέγαμε “του χρόνου”. Οι γονείς, οι φίλοι, οι συγγενείς περίμεναν. Κι εμείς μέναμε εδώ. Για το μεροκάματο. Γιατί δεν υπήρχαν χρήματα ή άδεια».
Άναψε ακόμη ένα τσιγάρο.
«Και όταν τελικά πήγαμε… τίποτα δεν ήταν ίδιο. Οι φίλοι είχαν αλλάξει, κάποιοι είχαν φύγει. Τα σοκάκια έμοιαζαν ίδια, αλλά εγώ ήμουν άλλος άνθρωπος. Πάντα με μια βαλίτσα στο χέρι. Πάντα έτοιμος να φύγω ξανά».
Κάθε λέξη του έμοιαζε να κουβαλά δεκαετίες.
Ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα.
«Πρόσφατα πέθανε ο πατέρας μου…»
Η φωνή του έσπασε.
«Δεν πήγα. Δεν μπόρεσα. Πάλι τα λεφτά».
Κατέβασε το κεφάλι.
«Καθόμουν στον καναπέ και ήταν σαν να του μιλούσα από μακριά. Σαν να του έλεγα “συγγνώμη που άργησα μια ζωή”».
Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
«Μετανιώσατε;» τον ρώτησα τελικά.
Σκέφτηκε για λίγο.
«Αν δεν έφευγα, δεν θα είχα το Μαράκι ούτε τα παιδιά μου. Αν έμενα, ίσως να ζούσα αλλιώς. Ίσως να πρόφταινα να πω κάποια “ευχαριστώ” που έμειναν μέσα μου».
Σήκωσε τους ώμους.
«Δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Υπάρχει μόνο αυτό που έζησες και αυτό που δεν πρόλαβες».
Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα.
«Να σου πω κάτι τελευταίο, κορίτσι μου;»
Έγνεψα σιωπηλά.
«Η ξενιτιά δεν είναι τόπος. Είναι ρυθμός. Σαν τραγούδι που δεν τελειώνει ποτέ. Όσο κι αν προσπαθείς, πάντα θα ακούγεται μέσα σου».
Έκανε δυο βήματα προς την πόρτα και κοντοστάθηκε.
«Και στο τέλος της ημέρας, ό,τι κι αν έζησες, μένει ένα ρεφρέν. Το δικό μου λέει “ταξιδιάρα ψυχή”».
Έφυγε αφήνοντας πίσω του το μισοάδειο φλιτζάνι, έναν καφέ που είχε κρυώσει και μια ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ ολόκληρη.
Μόνο τραγουδήθηκε.
Σπαστά.
Σε κομμάτια.
Σαν όλες τις ζωές που έζησαν μακριά από την πατρίδα.
* Η Μιχαέλλα Χρυσάφη είναι δευτεροετής φοιτήτρια του Προγράμματος Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

