«Μπήκα φυλακή για ναρκωτικά τζαι μέσα κατάλαβα ότι το πρόβλημα εν σταματά, απλώς αλλάσσει σ̆έρκα»
Της Μελούδα Κατελάρη*
Ο Φ.Κ. πέρασε τέσσερα χρόνια στις Κεντρικές Φυλακές, εκτίοντας ποινή για υπόθεση εισαγωγής ναρκωτικών τύπου Β, συγκεκριμένα κάνναβης. Η ποινή του περιλάμβανε 16 μήνες στην κλειστή φυλακή, τέσσερις μήνες στην ανοιχτή και ακόμη 12 μήνες με ηλεκτρονικό βραχιόλι. Σήμερα μιλά ανοιχτά για μια εμπειρία που, όπως λέει, «είτε σε διαλύει είτε σε κάμνει πιο δυνατό».
Πίσω από τα κάγκελα
Η πρώτη του μέρα στη φυλακή παραμένει χαραγμένη στη μνήμη του. Θυμάται ότι μόλις πέρασε την πύλη βρέθηκε μπροστά σε έναν καβγά με δεκάδες άτομα. «Πρώτο σκηνικό, καφκάς με περίπου 50 άτομα. Έχασα το φως μου τζαι κατάλαβα ότι τωρά τούτη εν η πραγματικότητα μου, είμαι στη φυλακή», λέει χαρακτηριστικά.
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, με δικούς του κανόνες και ισορροπίες. Η προσαρμογή δεν ήταν επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Όπως περιγράφει, η φυλακή δεν σου αφήνει χρόνο να καταλάβεις τι συμβαίνει. Σε αναγκάζει από την πρώτη στιγμή να μάθεις πώς λειτουργεί.
Παρά τις δυσκολίες, η καθημερινότητα στην κλειστή φυλακή περιλάμβανε δραστηριότητες και προγράμματα. Ο ίδιος ξεχωρίζει το πρόγραμμα ΔΑΝΑΗ, το οποίο επικεντρωνόταν στην απεξάρτηση και τον αναμορφωτισμό των κρατουμένων. Υπήρχαν μαθήματα σχολείου, ξυλουργική, χορός, τέχνη, αγιογραφία και μουσική, ενώ λειτουργούσαν και γήπεδα καλαθόσφαιρας και πετόσφαιρας.
Ο ίδιος εργαζόταν ως βιβλιοθηκάριος, κάτι που του έδινε μια αίσθηση κανονικότητας μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η κανονικότητα ήταν δυσεύρετη. Όπως εξηγεί, αυτές οι μικρές ρουτίνες λειτουργούσαν ως ανάσες μέσα στην καθημερινότητα της κράτησης.
Στην ανοιχτή φυλακή τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η εργασία ήταν υποχρεωτική και οι κρατούμενοι αναλάμβαναν διάφορα καθήκοντα, από εκπαίδευση σκύλων και διαχείριση ρουχισμού μέχρι καθαριότητα και αποκομιδή απορριμμάτων. Αργότερα, στο ΚΚΕΑ, η μέρα ακολουθούσε αυστηρό πρόγραμμα: εργασία από τις οκτώ το πρωί μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα και στη συνέχεια επιστροφή στο κελί. Τα απογεύματα, όπως θυμάται, το μπάσκετ αποτελούσε μία από τις λίγες διεξόδους εκτόνωσης.
Αναφερόμενος στην υπόθεση που τον οδήγησε στη φυλακή, δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις του. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η εμπειρία της κράτησης τον έκανε να δει το πρόβλημα των ναρκωτικών από διαφορετική οπτική. Όπως λέει, μπαίνοντας στη φυλακή διαπίστωσε ότι οι ουσίες όχι μόνο δεν απουσίαζαν, αλλά αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, πολλοί κρατούμενοι ήταν εθισμένοι κυρίως στο crack, καθώς επρόκειτο για τη φθηνότερη και πιο εύκολα προσβάσιμη ουσία. Η φυλακή, όπως περιγράφει, δεν λειτουργούσε πάντοτε ως χώρος απεξάρτησης, αλλά συχνά ως χώρος όπου η εξάρτηση συνεχιζόταν με διαφορετικούς όρους.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ναρκωτικά και κινητά τηλέφωνα έβρισκαν συχνά τον δρόμο τους προς το εσωτερικό των φυλακών. Αναφέρει μάλιστα ότι ουσίες μεταφέρονταν ακόμη και μέσω φύλλων χαρτιού εμποτισμένων με ναρκωτικά, τα οποία στη συνέχεια καπνίζονταν ή μασιούνταν από κρατούμενους.
Αυτή η εμπειρία τον οδήγησε σε ένα συμπέρασμα που επαναλαμβάνει αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της συζήτησης: «Μπήκα φυλακή για ναρκωτικά τζαι μέσα κατάλαβα ότι το πρόβλημα εν σταματά, απλώς αλλάσσει σ̆έρκα».
Η ζωή πίσω από τα κάγκελα είχε και τη δική της οικονομία. Όπως εξηγεί, το βασικό «νόμισμα» ήταν τα τσιγάρα. Με αυτά μπορούσε κανείς να εξασφαλίσει υπηρεσίες, φαγητό ή διάφορες εξυπηρετήσεις. Ο ίδιος πλήρωνε με πακέτα τσιγάρων για να του ετοιμάζουν διαφορετικό φαγητό ή πιο χορταστικά σάντουιτς.
Περιγράφει επίσης μια καθημερινότητα στην οποία οι εξαρτημένοι κρατούμενοι συχνά εκτελούσαν διάφορες μικροδουλειές, όπως καθαρισμό κελιών και μεταφορά φαγητού, με αντάλλαγμα τσιγάρα ή μικρές ποσότητες ουσιών. Κατά την άποψή του, η εξάρτηση επηρέαζε σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής στη φυλακή.
Σύμφωνα με τον ίδιο, την πραγματική εξουσία την ασκούσαν οι ισοβίτες. Θεωρεί ότι αυτοί είχαν τον μεγαλύτερο έλεγχο τόσο στις ισορροπίες μεταξύ των κρατουμένων όσο και στη διακίνηση ναρκωτικών. Όπως λέει, εάν κάποιος ήταν ήσυχος και δεν δημιουργούσε προβλήματα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Οι πραγματικά φιλικές σχέσεις, ωστόσο, ήταν σπάνιες και η καχυποψία μόνιμη.

«Επίαν απλά η φυλακή έναν αριθμό κάτω»
Η πιο τραυματική ανάμνηση της κράτησής του συνδέεται με ένα περιστατικό που εκτυλίχθηκε το 2022 σε διπλανό κελί. Όπως αναφέρει, ένας Τουρκοκύπριος κρατούμενος δεχόταν επί τρεις ημέρες βίαιη κακοποίηση από τον συγκρατούμενό του. Την τέταρτη ημέρα δολοφονήθηκε. Ο ίδιος αναφέρει ότι είχε ακούσει πως ο θάνατός του προήλθε από ξύλο που τοποθετήθηκε στον πρωκτό του.
Περισσότερο όμως από την αγριότητα του εγκλήματος, τον συγκλόνισε η αντίδραση που ακολούθησε. «Επίαν απλά η φυλακή έναν αριθμό κάτω», λέει, περιγράφοντας ένα κλίμα απάθειας απέναντι στην ανθρώπινη ζωή.
Λίγο αργότερα δέχθηκε ακόμη ένα ισχυρό πλήγμα. Ένας από τους πιο στενούς του φίλους, επίσης κρατούμενος, έδωσε τέλος στη ζωή του. Την είδηση την έμαθε από δεσμοφύλακα ενώ βρισκόταν ακόμη στη φυλακή.
Θυμάται μέχρι σήμερα τα λόγια που άκουσε: «Ο Κυριάκος εν άντεξε άλλο τζαι αυτοκτόνησε. Συλλυπητήρια».
Όταν τον ρωτάς τι του έλειψε περισσότερο, η απάντηση έρχεται αμέσως: η οικογένεια και η ελευθερία. Αυτά, όπως λέει, ήταν τα δύο πράγματα που του στοίχισαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της κράτησης.
Σε ό,τι αφορά την επανένταξη, εμφανίζεται επιφυλακτικός. Πιστεύει ότι πολλοί κρατούμενοι επιστρέφουν τελικά στη φυλακή και θεωρεί πως η αλλαγή είναι εφικτή μόνο όταν υπάρχει πραγματική προσωπική θέληση. Αναγνωρίζει επίσης ότι το στίγμα του πρώην φυλακισμένου παραμένει ισχυρό στην κοινωνία και ότι η «ταμπέλα δύσκολα φεύκει».
Παρ’ όλα αυτά, δηλώνει πως σήμερα τον απασχολεί λιγότερο από παλιά. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για τον ίδιο είναι ότι βρίσκεται ξανά κοντά στην οικογένειά του.
Από όλη αυτή τη διαδρομή κρατά ένα βασικό συμπέρασμα: ότι βγήκε πιο δυνατός. Έμαθε να ξεχωρίζει τι έχει πραγματική αξία στη ζωή και τι όχι. Και πιστεύει πως, όσο υπάρχει θέληση, η ζωή μπορεί να συνεχιστεί κανονικά ακόμη και μετά από τα πιο δύσκολα λάθη.
*Η Μελούδα Κατελάρη είναι φοιτήτρια Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

