Από τη «συντριβή» και την «άνευ όρων παράδοση» σε μια συμφωνία γεμάτη αστερίσκους, εξαιρέσεις και 60 ημέρες διαπραγμάτευσης
Γράφει ο Νίκος Κατσαρός
Πριν αρχίσουν οι λέξεις να φοράνε στολή παραλλαγής
Πριν ο Ντόναλντ Τραμπ αρχίσει να μυρίζεται πυρηνικές απειλές, υπαρξιακούς κινδύνους, βαλλιστικούς εφιάλτες και όλα εκείνα που συνήθως προηγούνται ενός πολέμου, το Ιράν δεν ήταν ακριβώς μία χώρα σε περίπατο.
Ήταν μια οικονομία πιεσμένη, βαριά χτυπημένη από κυρώσεις, με υψηλό πληθωρισμό, εσωτερική φθορά και χρόνια εξάρτηση από το πετρέλαιο. Αλλά δεν ήταν και ετοιμοθάνατο κράτος. Η ίδια η Παγκόσμια Τράπεζα είχε σημειώσει ότι η ιρανική οικονομία είχε καταγράψει διαδοχικά χρόνια ανάπτυξης, κυρίως χάρη στην ανάκαμψη του πετρελαϊκού τομέα, παρά τις κυρώσεις.
Με απλά λόγια: το Ιράν ήταν στριμωγμένο, όχι τελειωμένο.
Και αυτό έχει σημασία. Διότι άλλο ξεκινάς πόλεμο απέναντι σε έναν αντίπαλο που καταρρέει και άλλο απέναντι σε έναν αντίπαλο που έχει μάθει να ζει μέσα στο στρίμωγμα. Το Ιράν δεν χρειαζόταν να κερδίσει με παρέλαση. Του αρκούσε να μην ηττηθεί όπως του είχαν υποσχεθεί.
Ο πόλεμος που ξεκίνησε για να τελειώσει τα πάντα
Όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τις επιθέσεις κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, οι στόχοι που παρουσιάστηκαν δεν ήταν μικροί και μετρημένοι.
Ο Δονάλδος μιλούσε για επιχείρηση που θα εξάλειφε την άμεση πυρηνική απειλή, θα κατέστρεφε το βαλλιστικό οπλοστάσιο του Ιράν, θα αποδυνάμωνε τα δίκτυα των συμμάχων του και θα παρέλυε τις ναυτικές του δυνατότητες.
Δηλαδή, για να μην κρυβόμαστε πίσω από ανακοινώσεις: ο στόχος δεν ήταν απλώς να πιεστεί η Τεχεράνη. Ήταν να γονατίσει.
Ο Λευκός Οίκος έφτασε να γράφει ότι οι αμερικανικές δυνάμεις «εξαφανίζουν» τις δυνατότητες του ιρανικού καθεστώτος και ότι η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ αποδομεί συστηματικά την ικανότητα του Ιράν να απειλεί ξανά την Αμερική και τους συμμάχους της. (Αλήθεια πότε συνέβη αυτό;)
Εντάξει. Να δεχτούμε ότι σε έναν πόλεμο υπάρχει προπαγάνδα. Να δεχτούμε ότι κάθε ηγέτης που ρίχνει βόμβες πρέπει κάπως να τις «πουλήσει» στο εσωτερικό του. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για απλή υπερβολή. Μιλάμε για επικοινωνιακό bodybuilding με αναβολικά.
Κάθε μέρα και μια συντριβή. Κάθε εβδομάδα και μια ιστορική επιτυχία. Κάθε ανακοίνωση και ένα βήμα πριν την τελική νίκη-θρίαμβο.
Μόνο που η τελική νίκη, όταν ήρθε, δεν έμοιαζε με νίκη.

Από την “άνευ όρων παράδοση” στο μνημόνιο κατανόησης
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο δεν είναι καν η συμφωνία. Είναι η διαδρομή μέχρι τη συμφωνία.
Στις 6 Μαρτίου, ο Τραμπ έλεγε ότι δεν θα υπάρξει καμία συμφωνία με το Ιράν εκτός από «άνευ όρων παράδοση». Μιλούσε μάλιστα για επιλογή «μεγάλων και αποδεκτών» νέων ηγετών στο Ιράν και είχε δηλώσει στο Reuters ότι ήθελε να έχει λόγο στην επιλογή της επόμενης ιρανικής ηγεσίας.
Ας σταθούμε λίγο εδώ.
Όταν ένας πρόεδρος λέει «άνευ όρων παράδοση», δεν εννοεί «πάμε να υπογράψουμε ένα μνημόνιο 14 σημείων». Όταν λέει «θα επιλέξουμε νέα ηγεσία», δεν εννοεί «θα σεβαστούμε την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της άλλης πλευράς». Ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να το εννοεί, αν οι λέξεις έχουν ακόμη κάποια σχέση με το νόημά τους.
Και όμως, στο κείμενο του ενδιάμεσου μνημονίου, όπως το μετέδωσε το Reuters, οι ΗΠΑ και το Ιράν δεσμεύονται να σέβονται η μία πλευρά την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της άλλης και να μην παρεμβαίνουν στις εσωτερικές της υποθέσεις.
Δηλαδή: από το «θα αποφασίσουμε ποιος θα σας κυβερνά» πήγαμε στο «δεν θα ανακατευόμαστε στα εσωτερικά σας».
Δεν το λες και στρατιωτικό θρίαμβο.
Και τελικά τι πήρε ο Τραμπ;
Ο Τραμπ μπορεί να δηλώνει νικητής. Αυτό ήταν δεδομένο. Αν αύριο βρέξει, θα πει ότι η βροχή έπεσε επειδή εκείνος μίλησε με τα σύννεφα. Το θέμα είναι τι γράφει το χαρτί.
Και το χαρτί λέει ότι τα πιο δύσκολα ζητήματα παραπέμπονται σε τελική συμφωνία μέσα σε 60 ημέρες. Το πυρηνικό πρόγραμμα δεν κλείνει οριστικά. Το εμπλουτισμένο υλικό δεν εξαφανίζεται σε κάποια μαύρη τρύπα. Το θέμα του εμπλουτισμού παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Μέχρι την τελική συμφωνία, το Ιράν διατηρεί το status quo του πυρηνικού του προγράμματος, ενώ οι ΗΠΑ δεν επιβάλλουν νέες κυρώσεις και δεν αναπτύσσουν επιπλέον δυνάμεις στην περιοχή.
Αυτό δεν είναι «άνευ όρων παράδοση».
Αυτό είναι πάμε να δούμε τι μπορούμε να σώσουμε από το αφήγημα.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον: το μνημόνιο προβλέπει αμερικανικές άδειες και εξαιρέσεις για εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, προϊόντων πετρελαίου και συναφών υπηρεσιών, όπως τραπεζικές συναλλαγές, ασφάλειες και μεταφορές. Προβλέπει επίσης διαδικασία για να καταστούν διαθέσιμα παγωμένα ή περιορισμένα ιρανικά κεφάλαια.
Αλλά το κερασάκι -που μοιάζει με καρπούζι- στην τούρτα είναι τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια για ανοικοδόμηση και οικονομική ανάπτυξη του Ιράν.
Να το πούμε απλά: ο πόλεμος που θα συνέτριβε το Ιράν καταλήγει σε συμφωνία που του ανοίγει οικονομική ανάσα.
Όχι πλήρη ελευθερία. Όχι λευκή επιταγή. Όχι θρίαμβο της Τεχεράνης.
Αλλά σίγουρα όχι την εικόνα μιας χώρας που γονάτισε και υπέγραψε παράδοση πάνω στα ερείπιά της.

Το Ιράν δεν νίκησε. Αλλά δεν έχασε όπως του είχαν …υποσχεθεί
Το Ιράν υπέστη ζημιές. Στρατιωτικές, οικονομικές, πολιτικές. Δεν βγαίνει από αυτή την ιστορία αλώβητο. Δεν γίνεται ξαφνικά περιφερειακή υπερδύναμη επειδή άντεξε. Και όποιος παρουσιάσει τη συμφωνία σαν καθαρή ιρανική νίκη, απλώς κάνει την ίδια δουλειά με τον Τραμπ, από την ανάποδη.
Όμως το Ιράν βγήκε όρθιο.
Και όταν ο άλλος σου έχει υποσχεθεί ότι θα σε εξαφανίσει, το να βγεις όρθιος δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό γεγονός.
Το Reuters σημείωνε ότι, παρότι οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις υποβάθμισαν σοβαρά τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, η Τεχεράνη απέδειξε ότι μπορεί να επιβιώσει από ένα τέτοιο σφυροκόπημα και να πιέσει την παγκόσμια οικονομία μέσω του περίφημου πλέον Στενού του Ορμούζ.
Το Ιράν δεν έγινε νικητής με σημαίες. Αλλά η Αμερική μπήκε με στόχους συντριβής στο χορό και βγήκε με ένα υπογεγραμμένο μουσκεμένο χαρτί. Μουσκεμένο από τον ιδρώτα της αγωνίας.
Αν αυτό είναι συντριπτική νίκη, τότε μάλλον η λέξη «συντριβή» έπαθε κι αυτή παράπλευρες απώλειες.
Η επόμενη μέρα
Η επόμενη μέρα δεν είναι καθαρή. Η συμφωνία μπορεί να χαλάσει (Ποιος ξέρει πως θα ξυπνήσει αύριο ο Δονάλδος; ). Το Ισραήλ δεν δείχνει ενθουσιασμένο θα έλεγε κανείς. Οι σκληροπυρηνικοί στην Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ έχουν κάθε λόγο – κατά πως φαίνεται – να τη σαμποτάρουν.
Αλλά ένα πράγμα ήδη έχει γραφτεί.
Μια χώρα που θεωρήθηκε ότι θα γονατίσει, άντεξε αρκετά ώστε να επιστρέψει στο τραπέζι. Και όχι ως διαλυμένο κράτος. Ως συνομιλητής.
Αυτό δεν είναι μικρό μήνυμα. Ιδίως για όσους πίστευαν ότι απέναντι στις ΗΠΑ υπάρχει μόνο μία στάση: υπακοή, σιωπή και υπογραφή σε ό,τι σου βάλουν μπροστά.

