Κάθε Πρωτοχρονιά, γύρω από το τραπέζι, συμβαίνει κάτι μαγικό. Όχι με την έννοια των ευχών, αλλά με την έννοια ότι όλοι πιστεύουμε κάτι που δεν ισχύει.
Πιστεύουμε ότι ελέγχουμε τι τρώμε. Ότι είμαστε στα πλαίσια του λογικού(;), του επιτρεπτού(;) κάποιου απ’ αυτά τα ξενέρωτα.
Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Ο μέσος Κυπραίος κάθεται στο γιορτινό τραπέζι με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που έχει κάνει σχέδιο (ή ότι δεν χρειάζεται σχέδιο. Σιγά. Τι θα κάνουμε; Θα φάμε, δεν θα περάσουμε πίστα στο Gladiator). Ωστόσο έχουμε υποσυνείδητα αποφασίσει ότι θα φάμε «λογικά». Ότι θα προσέξουμε. Ότι ξέρουμε τι κάνουμε. Ναι μεν, ένα βράδυ είναι αλλά δεν θα μας πετάξουμε και τα μάτια έξω. Άλλωστε μας βλέπουν και οι άλλοι οι καλοντυμένοι. Τι θα πει ο κόσμος αν πέσουμε με τα μούτρα σαν τον Πόλντο του Ποπάυ στα χάμπουργκερ;
Οπότε με γνώμονα όλα αυτά την επόμενη μέρα θα αποφανθούμε με αφοπλιστική σιγουριά:
«Εντάξει: Δεν έφαγα και τόσο πολύ, περισσότερο τσίμπησα».

Στη ΘΕΩΡΙΑ το εορταστικό μασαμπούκωμα:
Στο μυαλό μας ο απολογισμός είναι καθαρός.
Τι φάγαμε μωρέ, λίγο απ αυτό, μία κουταλιά από εκείνο, λίγη γαλοπούλα, μία πιρουνιά σαλάτα, δύο ψωμάκια, τρία τέσσερα καναπεδάκια, λίγους ξηρούς καρπούς και μία χούφτα τσιπς πριν το φαεί, δύο μπύρες, ένα ουίσκυ, ένα κομμάτι βασιλόπιτα, λίγη τάρτα, αυτά. Την σόδα δεν την μετράω είναι αθέρμιδη.
Πόσα να ναι αυτά: 1.500 – 2.000 θερμίδες; Άντε να φτάσαμε στις 2.200.
Είναι οι ίδιες φράσεις που λέγονται κάθε χρόνο, από ανθρώπους που κρατάνε ένα μελομακάρονο στο ένα χέρι και έναν κουραμπιέ στο άλλο και αυτά για ζέσταμα.
Μεγάλη η αυταπάτη που τρέφεις πατριώτη: ότι οι θερμίδες λειτουργούν με συναίσθημα και αναγνωρίζουν την καλή πρόθεση. Ότι δηλαδή αν δεν το ήθελες πολύ, δεν μετράνε.

Στην ΠΡΑΞΗ το εορταστικό μασαμπούκωμα
Στην πραγματικότητα το φαγητό που τρως δεν ενδιαφέρεται για τον πρότερο υγιεινό σου βίο. Σου φορτώνει ότι βάζεις στο στόμα σου.
Και ένα πλήρες πρωτοχρονιάτικο τραπέζι — από τα πρώτα πρώιμα «τσιμπήματα» μέχρι το τελευταίο ποτό — αγγίζει ή ξεπερνά άνετα τις 3.500 με 4.500 θερμίδες.
Γιατί πριν φτάσουμε στο κυρίως, έχουν προηγηθεί:
- ορεκτικά και ψιψιψώνια που «απλώς δοκιμάζουμε» για να «ζεσταθούμε»
- σαλάτες με μαγιονέζες, «μπέϊκα», σύκα, παρμεζάνες και άλλα κρυφά όπλα που παριστάνουν την υγιεινή πινελιά αλλά…
- τυριά, αλλαντικά, αποξηραμένα φρούτα, ξηροκάρπια και λοιπά «ανώδυνα» για να μην μας βαρέσει το ποτό.
Μετά έρχεται το κυρίως, που δεν είναι απλώς φαγητό, αλλά προσομοίωση του τελευταίου γεύματος θανατοποινίτη.
Και φυσικά και βέβαια το αλκοόλ — αυτές οι θερμίδες που περνάνε αθόρυβα σαν καλεσμένοι από τις πίσω εισόδους, στα vip’s και δεν τις βλέπει κανείς. Ή έτσι νομίζουμε. Αυτά που δεν σε χορταίνουν και παράλληλα σε πείθουν ότι υπάρχει πάντα χώρος για λίγο ακόμα.
Κι όταν στην Κύπρο λέμε λίγο ακόμα, εννοούμε από όσα μαγειρεύουμε και ετοιμάζουμε για το γιορτινό τραπέζι, τα οποία είναι αποτέλεσμα της φιλοσοφίας: «Φτιάξε εκεί να έχουμε και έχει ο Θεός» Από το να ξεμείνουμε, καλύτερα να περισσέψουν.
Ο κανόνας του «τσιμπάω»
Νομίζω πως η μεγαλύτερη παγίδα του πρωτοχρονιάτικου τραπεζιού είναι ότι δεν έχει μερίδες. Έχει στο κέντρο έναν κρατήρα που ξεβράζει συνεχώς φαγώσιμα.
Και όταν τρως από τη μέση, ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΙΔΕΑ πόσο έφαγες.
Δεν θυμάσαι πόσα κομμάτια, πόσες φορές, πόσα «δοκίμασε απ αυτό είναι υπέροχο, αλλά και το άλλο είναι πολύ καλό».
Δεν είναι απληστία αναγνώστη μου. Είναι κοινωνικό φαινόμενο.
Η μετα-εορταστική λήθη
Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ότι αν επιζήσουμε από την επιδρομή της χοληστερίνης, σε 48 ώρες απ΄ όταν φάμε δεν θυμάται κανείς τι έφαγε.
Αλλά όλοι θυμούνται ότι «μάλλον δεν το παράκαναν».
Και κάπως έτσι, η Πρωτοχρονιά δεν βαραίνει ποτέ κανέναν. Επαναλαμβάνω: από τους επιζώντες.

ΩΣΤΟΣΟ (και για να ξέρουμε τι λέμε)
Για να κάψεις ένα μέσο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι των 4.000 θερμίδων, θα χρειαζόταν να τρέχεις ελαφρύ τροχάδην συνεχόμενα 6 με 7 ώρες. Αμέ.
Κάτι που βεβαίως κανείς δεν θα κάνει. Εκτός από τη γειτόνισσά μου η οποία ζει για να γυμνάζεται και όχι το αντίθετο. Αλλά όπως την έχω συγκόψει, του λόγου της αποκλείεται να τρώει στα τραπέζια σαν τους υπόλοιπους. Το πολύ πολύ να φάει λίγο στήθος γαλοπούλα για την πρωτεΐνη και να τσουγκρίσει της σαμπάνιες των υπολοίπων με βιταμινούχο νερό.
Εμείς οι υπόλοιποι, θα εντάξουμε το τραπέζι της πρωτοχρονιάς (και των Χριστουγέννων) στους στόχους της νέας χρονιάς (δηλαδή να κάνουμε δίαιτα να ξανασυναντηθούμε με τα «σωστά» κιλά) και θα κάνουμε το σταυρό μας – ή ότι κάνει ο καθένας – που καταφέραμε και επιζήσαμε ΚΑΙ απ’ αυτό το γιορτινό τραπέζι.

