Στο επίκεντρο της διεθνούς ειδησεογραφίας βρίσκεται το Ιράν, με τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης να καταγράφουν ραγδαίες εξελίξεις που συνδέονται τόσο με τις εσωτερικές αναταραχές όσο και με τις περιφερειακές και παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος. Η αιματηρή καταστολή μαζικών διαδηλώσεων, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική αποδυνάμωση της Τεχεράνης μετά από πρόσφατα πλήγματα Ισραήλ και ΗΠΑ, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για πιθανή αλλαγή καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τους φόβους για εμφύλια σύγκρουση με ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες.
Στον δυτικό Τύπο καταγράφονται διαφορετικές προσεγγίσεις. Η Wall Street Journal εκτιμά ότι η προοπτική μιας νέας πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν έχει ουσιαστικά ξεπεραστεί. Υποστηρίζει ότι οι στρατιωτικές επιθέσεις του 2025 έπληξαν κρίσιμες υποδομές και ηγετικά στελέχη, αποκαλύπτοντας την ευαλωτότητα του καθεστώτος, ενώ οι εξεγέρσεις που ακολούθησαν καταπνίγηκαν βίαια. Σύμφωνα με την ανάλυση, η άρση των κυρώσεων θα ενίσχυε την καταστολή και η στήριξη των διαδηλωτών θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανατροπή των αγιατολάχ.
Αντίθετα, το The Economist προειδοποιεί ότι η ένταση της βίας οδηγεί σε ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας και αυξάνει τον κίνδυνο διάλυσης της χώρας. Αναφέρονται χιλιάδες νεκροί, εκτεταμένες καταστροφές και συγκρούσεις στους δρόμους, ενώ η ιρανική ηγεσία μετατρέπει τη χώρα σε κράτος ασφαλείας με χρήση drones, ψηφιακό αποκλεισμό και μαζικές διώξεις. Οι εθνοτικές και πολιτικές διαιρέσεις βαθαίνουν, η οικονομία επιδεινώνεται και αυξάνεται η πιθανότητα προσφυγικών ροών.
Στο ίδιο πλαίσιο, η El País εκτιμά ότι οι επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις είναι πιθανό κάποια στιγμή να οδηγήσουν στην κατάρρευση του ιρανικού κράτους, χωρίς όμως εγγύηση δημοκρατικής μετάβασης. Η οικονομική κρίση, οι κυρώσεις και η διαφθορά τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια, ενώ η απουσία ενιαίας αντιπολιτευτικής ηγεσίας ενισχύει τον κίνδυνο χαοτικής εξέλιξης.
Παράλληλα, η κρίση επηρεάζει και το διεθνές σύστημα συμμαχιών. Στη Le Monde υπογραμμίζεται ότι η αντιπαράθεση γύρω από τη Γροιλανδία προκάλεσε βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στο ΝΑΤΟ, καθώς η απειλή εναντίον εδαφικής ακεραιότητας κράτους-μέλους κλονίζει τη βάση της αποτροπής. Η Ευρώπη εμφανίζεται να κατευθύνεται προς μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, ενώ η συνοχή της διατλαντικής σχέσης τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Ταυτόχρονα, η λήξη της πυρηνικής συνθήκης New START μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας ανοίγει μια περίοδο στρατηγικής αβεβαιότητας. Ρωσικές και ουκρανικές αναλύσεις σημειώνουν ότι η παύση ανταλλαγής πληροφοριών και επιθεωρήσεων αυξάνει τον κίνδυνο νέας κούρσας εξοπλισμών και διαβρώνει τους μηχανισμούς εμπιστοσύνης, ενώ δεν υπάρχει σαφής προοπτική νέας συμφωνίας.
Στη Μέση Ανατολή, ιρανικές πηγές παρουσιάζουν τη στάση της Ουάσιγκτον ως στρατηγική «σύνθετης πίεσης», με συνδυασμό διαπραγματεύσεων, στρατιωτικής παρουσίας και ψυχολογικών επιχειρήσεων. Το Ισραήλ φέρεται να πιέζει για σκληρότερη γραμμή, ενώ η Τεχεράνη δηλώνει έτοιμη για απάντηση σε περίπτωση επίθεσης, αποδεχόμενη μόνο συνομιλίες χωρίς απειλές. Παράλληλα, η Τουρκία επιδιώκει ρόλο διαμεσολαβητή, προκρίνοντας σταδιακή διπλωματία και απορρίπτοντας στρατιωτική επέμβαση, την οποία θεωρεί πιθανό παράγοντα περιφερειακού χάους.
Στην Ασία, η διεθνής τάξη επηρεάζεται και από την άνοδο των «μεσαίων δυνάμεων». Αναλύσεις υποστηρίζουν ότι χώρες όπως η Ταϊβάν και άλλοι εταίροι μπορούν να περιορίσουν την αυθαιρεσία των υπερδυνάμεων, ενώ παράλληλα η ένταση μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας για τα νησιά Ντιαογιού Ντάο κλιμακώνεται. Το Πεκίνο κατηγορεί το Τόκιο για στρατιωτική ενίσχυση και επιθετικές κινήσεις, προειδοποιώντας ότι θα προστατεύσει την κυριαρχία του.
Συνολικά, ο διεθνής Τύπος καταλήγει ότι ο κόσμος εισέρχεται σε περίοδο βαθιάς αβεβαιότητας: η αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή, οι τριγμοί στο ΝΑΤΟ, η κατάρρευση μηχανισμών πυρηνικού ελέγχου και οι εντάσεις στην Ασία συγκροτούν ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, λιγότερο προβλέψιμο και σαφώς πιο επικίνδυνο από τις προηγούμενες δεκαετίες.

