Ανάρτηση απο τον εγγονό του Πέτρου Τσίρου: Θέτει ερωτήματα για τη μη αξιοποίηση του Τσιρείου Σταδίου…

Ο εγγονός του Πέτρου Τσίρου (με το ίδιο όνομα και το ίδιο επώνυμο), έχει δημιουργήσει γκρουπ στο Facebook. Σήμερα έκαμε την παρακάτω ανάρτηση.

“Θα ήθελα να κάνω μια τοποθέτηση σε όλους, αλλα πιο γενικα σε όσους κατοίκους είχαν/έχουν παράπονο για το στάδιο.

Έχω μια ειλικρινή απορία.

Από πότε ένα στάδιο φέρει ευθύνη για τις πράξεις των ανθρώπων; Αν ακολουθήσουμε αυτή τη λογική, τότε για κάθε τροχαίο φταίει ο δρόμος, για κάθε έγκλημα το κτίριο και για κάθε αποτυχία… οι τοίχοι.

Ας θυμηθούμε όμως και κάτι ακόμη. Όταν έγινε η δωρεά στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και όταν ολοκληρώθηκε το στάδιο το 1974, γύρω του δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα. Το Τσίρειο ήταν εκεί πρώτο. Οι κατοικίες και η οικιστική ανάπτυξη ακολούθησαν χρόνια αργότερα. Όσοι επέλεξαν να χτίσουν ή να αγοράσουν ή να ενοικίασουν σπίτι στην περιοχή γνώριζαν πολύ καλά ότι δίπλα τους λειτουργούσε ένα ποδοσφαιρικό στάδιο, με χιλιάδες φιλάθλους, θόρυβο και την ένταση που συνοδεύει τέτοιες διοργανώσεις. Το στάδιο δεν πήγε δίπλα στα σπίτια. Τα σπίτια χτίστηκαν δίπλα στο στάδιο.

Και εδώ γεννιέται μια ακόμη απορία. Πώς γίνεται σε άλλες χώρες να υπάρχουν στάδια πολλαπλάσια σε χωρητικότητα από το Τσίρειο, μέσα σε πολύ πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, και όμως να μη δημιουργούνται τα ίδια προβλήματα; Ή, για να το θέσω διαφορετικά, πώς καταφέρνουν να τα διαχειρίζονται αποτελεσματικά;

Αφού εμείς οι Κύπριοι αρέσκομαστε να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από τον υπόλοιπο κόσμο, πώς μας ξέφυγε αυτή η «λεπτομέρεια»; Η απάντηση είναι μάλλον απλή: εκεί όπου υπάρχουν υπευθυνότητα, σωστή διοίκηση, οργάνωση και λογοδοσία, τα προβλήματα αντιμετωπίζονται. Εκεί όπου αυτά απουσιάζουν, τα προβλήματα διαιωνίζονται και στο τέλος φταίνε… τα κτίρια.

Κατανοώ απόλυτα την αγανάκτηση για όσα συνέβαιναν. Όμως, άλλο η αγανάκτηση και άλλο η απόδοση ευθυνών. Το στάδιο δεν διοικούσε, δεν οργάνωνε, δεν επέβαλλε την τάξη και δεν λάμβανε αποφάσεις. Αυτά ήταν ευθύνη της διοίκησης του σταδίου, των αρμόδιων αρχών και όσων είχαν την ευθύνη της ασφάλειας. Με καλύτερη οργάνωση, αποτελεσματικότερη αστυνόμευση και πραγματική ανάληψη ευθύνης, πολλά από τα περιστατικά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Αν λοιπόν θέλουμε πραγματικά να είμαστε δίκαιοι, ας αποδίδουμε τις ευθύνες εκεί που πραγματικά ανήκουν. Γιατί, απ’ όσο γνωρίζω, ούτε το τσιμέντο υπέγραφε αποφάσεις ούτε οι κερκίδες διοικούσαν το στάδιο. Οι άνθρωποι το έκαναν. Και αυτοι οι άνθρωποι, έχουν ονοματεπώνυμο και ευθύνη.

Και ας μην ξεχνάμε κάτι ακόμη.

Το Τσίρειο Στάδιο δεν ήταν απλώς ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Για δεκαετίες αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τον κυπριακό αθλητισμό. Υπηρέτησε χιλιάδες αθλητές κάθε ηλικίας και πολλών αθλημάτων, ναι, και του ποδοσφαίρου, αλλά όχι μόνο. Χάρισε αμέτρητες στιγμές χαράς, συγκίνησης και υπερηφάνειας σε αθλητές, φιλάθλους και οικογένειες.

Ας μην ξεχνάμε επίσης τις αμέτρητες ώρες που κράτησε τα παιδιά μέσα στους αθλητικούς χώρους, μακριά από τον δρόμο, τις κακές παρέες και τους πειρασμούς της ζωής. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη κοινωνική προσφορά κάθε αθλητικού κέντρου, κάτι που δεν μπορεί να αποτιμηθεί ούτε σε χρήματα ούτε σε αριθμούς.

Και ας μην ξεχνάμε τον άνθρωπο πίσω από αυτή τη δωρεά. Έναν άνθρωπο με χρυσή καρδιά, που πρόσφερε αυτή την περιουσία ανιδιοτελώς για το καλό των ανθρώπων της Λεμεσού και, κατ’ επέκταση, ολόκληρης της Κύπρου. Αυτό ήταν το όραμα της δωρεάς.

Το τι απέγινε αυτό το όραμα είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

Πενήντα δύο χρόνια κατά τα οποία, αντί να προστατευθεί, να συντηρηθεί και να αναβαθμιστεί, το στάδιο αφέθηκε να απαξιώνεται και να «αιμορραγεί» χρόνο με τον χρόνο. Να χρησιμοποιείται χωρίς την αντίστοιχη φροντίδα και επένδυση για τη διατήρησή του. Αν αυτό δεν αποτελεί κατάφωρη αποτυχία όσων είχαν την ευθύνη της διαχείρισής του, τότε τι ακριβώς αποτελεί;

Δυστυχώς, στην Κύπρο έχουμε συνηθίσει να μην λογοδοτεί σχεδόν ποτέ κανείς. Η ευθύνη διαχέεται, οι δικαιολογίες περισσεύουν και οι συνέπειες σπανίζουν. Αρχές όπως η ευθύνη, η λογοδοσία, ο σεβασμός προς τον συνάνθρωπο μας και στις δωρεές και η προστασία της δημόσιας περιουσίας κάποτε θεωρούνταν αυτονόητες. Σήμερα μοιάζουν να έχουν ξεχαστεί.

Και αυτό, ίσως, είναι η μεγαλύτερη ήττα όλων μας

Latest news
Related news