Γράφει ο Νίκος Κατσαρός
Το Μουντιάλ το μάθαμε ως γιορτή. Σημαίες, φανέλες, γεμάτα γήπεδα, φωνές, τραγούδια, γκολ και όλες τις άλλες απλές σημειολογικές λεπτομέρειες που συνθέτουν αυτό το μεγάλο γεγονός. Κάθε τέσσερα χρόνια, ο πλανήτης βρίσκει αβίαστα μια κοινή γλώσσα να επικοινωνήσει: την μπάλα.
Μόνο που η μπάλα, όσο κι αν λάμπει κάτω από τους προβολείς, δεν κυλά ποτέ σε κενό. Κυλά μέσα από και σε χώρες, καθεστώτα, φόβους, συμφέροντα και ανοικτές πληγές. Κάποιες φορές, πίσω από τη γιορτή, υπάρχει τόσο βαριά η σκιά που τα highlights δεν μπορούν – ή δεν θέλουν – να τη χωρέσουν πόσο μάλλον να την φωτίσουν.
Αυτό είναι το σκοτεινό Μουντιάλ.
Όχι το Μουντιάλ των χαμένων πέναλτι και των κακών διαιτησιών. Το Μουντιάλ όπου το ποδόσφαιρο συναντά την εξουσία, τη βία, την εκμετάλλευση και την ανθρώπινη τραγωδία.
Αργεντινή 1978: η χαρά δίπλα στον φόβο
Το 1978, η Αργεντινή κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Στις εξέδρες, πανηγυρισμοί. Στους δρόμους, σημαίες. Στην τηλεόραση: η εικόνα μιας χώρας ενωμένης γύρω από την εθνική ομάδα σε απόλυτη ευφορία.
Ωστόσο εκείνη η εικόνα είχε ένα πολύ σκοτεινό φόντο. Η Αργεντινή ζούσε κάτω από στρατιωτική δικτατορία. Ο λεγόμενος «βρώμικος πόλεμος» είχε αφήσει πίσω του απαγωγές, βασανιστήρια, εξαφανίσεις: έναν αδιανόητο τρόμο.
Την ώρα που ο κόσμος έβλεπε ποδόσφαιρο, άλλοι άνθρωποι εξαφανίζονταν για πάντα.
Η διοργάνωση έλαβε χώρα μέσα σε αυτή την πραγματικότητα. Η γιορτή χρησιμοποιήθηκε για να τη σκεπάσει. Το Μουντιάλ έγινε βιτρίνα, ένα σκηνικό κανονικότητας.
Η Αργεντινή σήκωσε το τρόπαιο. Αλλά εκείνο το Μουντιάλ έμεινε και ως υπενθύμιση ότι ένα γεμάτο στάδιο μπορεί να κάνει πολύ θόρυβο. Τόσο όσο να μην ακούγονται οι κραυγές από τις φυλακές.

Ζαΐρ 1974: πίσω από το «αστείο», ο φόβος
Για χρόνια, πολλοί θυμούνται το Ζαΐρ του 1974 για μία φάση: τον Μουέπου Ιλούνγκα που έτρεξε και κλώτσησε την μπάλα πριν εκτελέσει φάουλ η Βραζιλία. Η σκηνή παρουσιάστηκε συχνά σαν κωμικό επεισόδιο, σαν απόδειξη άγνοιας των κανονισμών.
Αλλά η ιστορία ήταν πολύ πιο βαριά.
Το Ζαΐρ ήταν η πρώτη ομάδα από την υποσαχάρια Αφρική που συμμετείχε σε Μουντιάλ. Πίσω της υπήρχε το καθεστώς του Μομπούτου Σέσε Σέκο, που ήθελε τη συμμετοχή ως εργαλείο προβολής. Όταν η ομάδα διασύρθηκε με 9-0 από τη Γιουγκοσλαβία, το κλίμα άλλαξε. Οι παίκτες δεν κουβαλούσαν μόνο την ντροπή της ήττας. Κουβαλούσαν και τον φόβο της επιστροφής στην χώρα. Απειλήθηκαν και εκείνοι και οι οικογένειές τους.
Γι’ αυτό η φάση με το φάουλ στο επόμενο παιχνίδι με τη Βραζιλία, έπειτα και από το τρίτο γκολ των λατινοαμερικάνων που προμήνυε έναν ακόμα ταπεινωτικό διασυρμό, δεν πρέπει να διαβάζεται μόνο σαν αστείο. Ήταν μια πράξη μέσα σε συνθήκες πίεσης, ταπείνωσης και απειλής. Ένα μικρό ξέσπασμα σε μια διοργάνωση όπου οι παίκτες δεν ήταν απλώς ποδοσφαιριστές. Ήταν εκπρόσωποι ενός καθεστώτος που δεν θα ανεχόταν την ποδοσφαιρική …«γελοιοποίηση».
Αντρές Εσκομπάρ: ένα αυτογκόλ και μια δολοφονία
Στο Μουντιάλ του 1994, η Κολομβία πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες με μεγάλες προσδοκίες. Είχε ταλέντο, είχε φήμη, είχε πίστη ότι μπορούσαν να κάνουν κάτι μεγάλο. Αντί γι’ αυτό η ομάδα από τη Λατινική Αμερική, αποκλείστηκε νωρίς.
Στον αγώνα με τις ΗΠΑ, ο Αντρές Εσκομπάρ πέτυχε αυτογκόλ. Ένα ποδοσφαιρικό, συνηθισμένο, ανθρώπινο λάθος. Λίγες μέρες μετά την επιστροφή του στην Κολομβία, δολοφονήθηκε στο Μεντεγίν.
Η ιστορία του Εσκομπάρ έγινε μία από τις πιο σπαρακτικές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Όχι επειδή «σκοτώθηκε για ένα αυτογκόλ» με την απλοϊκή έννοια. Αλλά επειδή το αυτογκόλ «έπεσε» πάνω σε μια χώρα ήδη φορτωμένη με βία, καρτέλ, παράνομα στοιχήματα, κοινωνική ένταση και μια αρρωστημένη αντίληψη ότι η αποτυχία στο γήπεδο είναι φυσιολογικό να πληρωθεί έξω από αυτό.
Ο Εσκομπάρ δεν έγινε σύμβολο επειδή έκανε λάθος, αλλά επειδή το λάθος του φανέρωσε πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το ποδόσφαιρο όταν μια κοινωνία το φορτώνει με μίσος, χρήμα και εκδίκηση.

Κατάρ 2022: η βιτρίνα και το κόστος της
Το Μουντιάλ του Κατάρ ήταν το πιο σύγχρονο πρόσωπο αυτής της αντίφασης. Από τη μια, υπερσύγχρονα στάδια, τέλεια τηλεοπτική εικόνα, τεράστια παραγωγή, ένα παγκόσμιο θέαμα φτιαγμένο για να μοιάζει άψογο.
Από την άλλη, για χρόνια υπήρχαν καταγγελίες για τις συνθήκες των μεταναστών εργατών, για εργασιακή εκμετάλλευση, για ανθρώπους που έχτισαν την εικόνα χωρίς να χωρούν σε αυτήν.
Το Κατάρ 2022 δεν ήταν απλώς ένα Μουντιάλ στη Μέση Ανατολή. Ήταν το Μουντιάλ της εποχής μας: ακριβό, λαμπερό, τεχνολογικά άρτιο, εμπορικά πανίσχυρο — και ταυτόχρονα βαθιά άβολο. Γιατί έθεσε ένα ερώτημα που δεν απαντιέται με γκολ, δεν κατάφερε να απαντηθεί επαρκώς από τον κύριο Ινφαντίνο και έτσι το ερώτημα έμεινε μετέωρο και θαμμένο σε πρόχειρους τάφους μεταναστών εργατών: ποιος πληρώνει το τίμημα για να στηθεί η γιορτή;
Η γιορτή δεν ακυρώνεται. Αλλά ούτε αθωώνεται.
Το σκοτεινό Μουντιάλ δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να αγαπάμε το ποδόσφαιρο. Σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να το κοιτάμε σαν να είναι απλά μία αθλητική γιορτή.
Διότι το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει. Μπορεί να συγκινήσει. Μπορεί να δώσει σε έναν λαό μια στιγμή χαράς μέσα σε δύσκολους καιρούς. Αλλά μπορεί και να χρησιμοποιηθεί. Να γίνει βιτρίνα εξουσίας. Να σκεπάσει κραυγές. Να φορτώσει ανθρώπους με βάρη που κανένα παιχνίδι δεν θα έπρεπε να σηκώνει.
Τα τηλεοπτικά highlights συνήθως μας δείχνουν γκολ και περίτεχνες ενέργειες. Η Ιστορία μάς δείχνει το υπόλοιπο κάδρο.
Εκεί όπου βρίσκεται η αλήθεια του Μουντιάλ: Ένας καθρέφτης του κόσμου τον οποίο όσο κι αν τον φωτίσεις, εξακολουθεί να διατηρεί σκιές.

