Δυσκολία συγκέντρωσης, αναβλητικότητα, αδυναμία οργάνωσης και έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις. Για πολλούς νέους, αυτά δεν αποτελούν απλώς «κακές συνήθειες», αλλά εκδηλώσεις της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ). Παρότι πρόκειται για μια από τις πιο συζητημένες νευροαναπτυξιακές διαταραχές των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να περιβάλλεται από μύθους και παρανοήσεις.
Της Σωτηρίας Ιωακειμίδη*
Η ψυχολόγος Ευανθία Σωτηρίου εξηγεί ότι το ΔΕΠΥ σχετίζεται με τον τρόπο ανάπτυξης και λειτουργίας του εγκεφάλου. Όπως αναφέρει, τα άτομα με ΔΕΠΥ παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις τόσο στη δομή όσο και στις λειτουργίες του εγκεφάλου τους και γι’ αυτό συχνά χαρακτηρίζονται ως νευροδιαφορετικά.
Στην καθημερινότητά τους καλούνται να διαχειριστούν δυσκολίες που αφορούν τη συγκέντρωση, την οργάνωση, τη διαχείριση του χρόνου και την τήρηση προθεσμιών. Παράλληλα, βιώνουν συχνά πιο έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, καθώς έχουν την τάση να υπεραναλύουν καταστάσεις και γεγονότα.
Η διαταραχή διακρίνεται σε τρεις βασικούς τύπους: τη μορφή που κυριαρχείται από την απροσεξία, εκείνη που χαρακτηρίζεται από υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα, καθώς και τη μεικτή μορφή. Κατά τη διάγνωση αξιολογείται και ο βαθμός στον οποίο επηρεάζεται η λειτουργικότητα του ατόμου στην καθημερινή του ζωή.
Δεν αφορά μόνο τα παιδιά
Ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους είναι ότι το ΔΕΠΥ αφορά αποκλειστικά την παιδική ηλικία. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική.
Η Ευανθία Σωτηρίου επισημαίνει ότι πρόκειται για μια κατάσταση που ξεκινά από τα παιδικά χρόνια και συχνά συνεχίζει να συνοδεύει το άτομο και στην ενήλικη ζωή, έστω και με διαφορετική μορφή.
«Στους ενήλικες το ΔΕΠΥ συχνά δεν φαίνεται όπως στα παιδιά. Εκδηλώνεται πιο ύπουλα, μέσα από δυσκολίες στην οργάνωση, την παρορμητικότητα ή τη διαχείριση του χρόνου», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, καταρρίπτει και το στερεότυπο ότι το ΔΕΠΥ αφορά κυρίως τους άνδρες. Όπως εξηγεί, εμφανίζεται και στα δύο φύλα, αν και συχνά εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο.
Αντίστοιχα, απορρίπτει την αντίληψη ότι όλοι όσοι έχουν ΔΕΠΥ χρειάζονται υποχρεωτικά φαρμακευτική αγωγή. Η διαταραχή δεν «θεραπεύεται» πλήρως, μπορεί όμως να διαχειριστεί αποτελεσματικά μέσω της ψυχοθεραπείας, της εκπαίδευσης σε κατάλληλες στρατηγικές και, όπου κρίνεται απαραίτητο, της φαρμακευτικής υποστήριξης.
Εξίσου λανθασμένη είναι και η πεποίθηση ότι τα άτομα με ΔΕΠΥ δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε απαιτητικά επαγγέλματα. Το ΔΕΠΥ, τονίζει η ειδικός, δεν σχετίζεται με χαμηλότερες γνωστικές ικανότητες, αλλά με διαφορετικό τρόπο λειτουργίας και επεξεργασίας των πληροφοριών.

Οι προκλήσεις σε σχολείο και πανεπιστήμιο
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βήματα προς την καλύτερη υποστήριξη μαθητών και φοιτητών με ΔΕΠΥ, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν κενά και καθυστερήσεις.
Οι μεγαλύτερες δυσκολίες εντοπίζονται στην προσοχή και τη συγκέντρωση. Η απόσπαση από εξωτερικά ερεθίσματα είναι συχνή, ενώ αρκετοί μαθητές και φοιτητές δυσκολεύονται να οργανώσουν τον χρόνο τους, να ολοκληρώσουν εργασίες ή να ακολουθήσουν με ακρίβεια σύνθετες οδηγίες.
Η επίδραση στην αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι σημαντική. Η συνεχής προσπάθεια χωρίς τα επιθυμητά αποτελέσματα και οι συγκρίσεις με συνομηλίκους οδηγούν συχνά σε απογοήτευση και αμφισβήτηση των προσωπικών δυνατοτήτων.
Σε αυτό το σημείο, η ψυχοθεραπεία μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, βοηθώντας το άτομο να κατανοήσει καλύτερα τον τρόπο λειτουργίας του και να αναπτύξει στρατηγικές που ανταποκρίνονται στις δικές του ανάγκες.
«Δεν μιλάμε για έλλειψη ικανότητας, αλλά για διαφορετικό τρόπο επεξεργασίας και ανταπόκρισης», υπογραμμίζει η ψυχολόγος.
Όσον αφορά τη διάγνωση, υπάρχουν διαθέσιμες υπηρεσίες και για νέους ενήλικες, αν και πολλές φορές αυτές εντοπίζονται στον ιδιωτικό τομέα. Το ΓΕΣΥ καλύπτει συνεδρίες με κλινικό ψυχολόγο, ενώ η επίσημη διάγνωση προϋποθέτει ολοκληρωμένη αξιολόγηση από εξειδικευμένους επαγγελματίες.
Social media: Ενημέρωση ή παγίδα αυτοδιάγνωσης;
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συμβάλει σημαντικά στην προβολή και την κατανόηση του ΔΕΠΥ, δημιουργώντας έναν πιο ανοιχτό δημόσιο διάλογο γύρω από τη διαταραχή.
Την ίδια στιγμή, όμως, έχουν ενισχύσει και το φαινόμενο της αυτοδιάγνωσης.
«Τα social media έχουν βοηθήσει στην ορατότητα του ΔΕΠΥ, αλλά ταυτόχρονα έχουν ενισχύσει και μια σύγχυση γύρω από την αυτοδιάγνωση», σημειώνει η Ευανθία Σωτηρίου.
Όπως εξηγεί, πολλοί νέοι ταυτίζονται με περιεχόμενο που παρακολουθούν στο διαδίκτυο και καταλήγουν να θεωρούν ότι έχουν ΔΕΠΥ χωρίς να έχουν περάσει από την απαραίτητη επιστημονική αξιολόγηση. Οι αλγόριθμοι των πλατφορμών ενισχύουν περαιτέρω αυτή την τάση, προβάλλοντας συνεχώς παρόμοιο περιεχόμενο.
Την ίδια ώρα, η συνεχής έκθεση σε σύντομα βίντεο, εικόνες και γρήγορες πληροφορίες επηρεάζει συνολικά την ικανότητα συγκέντρωσης των νέων. Η συνήθεια της άμεσης πληροφορίας δυσκολεύει τη διατήρηση της προσοχής σε δραστηριότητες μεγαλύτερης διάρκειας, όπως μια πανεπιστημιακή διάλεξη ή η μελέτη ενός βιβλίου.
Σε μια εποχή όπου η προσοχή δοκιμάζεται καθημερινά, το ΔΕΠΥ αναδεικνύεται ως μια πραγματικότητα που απαιτεί κατανόηση και όχι απλοϊκές ερμηνείες. Πίσω από τα στερεότυπα βρίσκονται άνθρωποι που προσπαθούν να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο ο οποίος συχνά δεν είναι σχεδιασμένος για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν.
Η σωστή ενημέρωση, η έγκαιρη διάγνωση και η ουσιαστική υποστήριξη μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Όχι μόνο στη λειτουργικότητα, αλλά και στην αυτοεκτίμηση των ατόμων με ΔΕΠΥ. Γιατί, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι η «διόρθωση» της διαφορετικότητας, αλλά η κατανόηση και η αποδοχή της
*Η Σωτηρία Ιωακειμίδη είναι φοιτήτρια δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

