Γράφει ο Νίκος Κατσαρός
Ο Ταμτάκος πίσω από τον Μιχάλη Μόσιο
Ο Μιχάλης Μόσιος, ο ηθοποιός που ταυτίστηκε όσο λίγοι με έναν ρόλο, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών. Την είδηση έκανε γνωστή ο γιος του με ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποχαιρετώντας έναν πατέρα που υπήρξε τίμιος, ευαίσθητος και αξιοπρεπής. Τα μέσα τον αποχαιρέτησαν σχεδόν με τον ίδιο τρόπο: ως τον άνθρωπο πίσω από τον θρυλικό «Ταμτάκο».
Και πράγματι, όσο κι αν η διαδρομή του Μόσιου ήταν πολύ ευρύτερη, το όνομά του έμεινε “εγκλωβισμένο” σε εκείνη τη φιγούρα με την τραγιάσκα, τα καρό σακάκια, τα πολύχρωμα ρούχα, το χαριτωμένο μπινελίκι και την ακαριαία λαϊκή εξυπνάδα.

Πριν από τη βιντεοκασέτα, υπήρχε ένας κανονικός θεατρίνος
Τον Μόσιο τον θυμόμαατε ως μία καλτ μορφή των ’80. Το οποίο είναι άδικο. Ο Μιχάλης Μόσιος ξεκίνησε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και συμμετείχε, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέχρι τις αρχές του ’70, σε έργα αρχαίου δράματος και παγκόσμιου ρεπερτορίου: Αριστοφάνη, Αισχύλο, Σοφοκλή, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Στρίντμπεργκ.
Δεν ήταν ένας άνθρωπος που εμφανίστηκε ξαφνικά επειδή «επινόησε» ένας αστείος τύπος. Ήταν ηθοποιός με θητεία στη σκηνή πριν τον καταπιεί, σχεδόν ολοκληρωτικά, η επιτυχία ενός χαρακτήρα.
Ο Ταμτάκος δεν ήταν προϊόν εύκολης κωμωδίας. Γεννήθηκε στο σανίδι. Σύμφωνα με παλιότερες αναφορές, ο ρόλος ξεπήδησε όταν ο Μόσιος χρειάστηκε να αντικαταστήσει ηθοποιό σε παράσταση με τη Ρένα Βλαχοπούλου, φόρεσε τραγιάσκα, ρούχα και περούκα, και το κοινό ξέσπασε σε γέλια. Η σκηνή έδειξε ότι κάτι είχε βρεθεί: ένας λαϊκός κωμικός τύπος που μπορούσε να σταθεί αμέσως μπροστά στον θεατή.
Η φτηνή βιντεοκασέτα και η μεγάλη λαϊκή διαδρομή
Ο Ταμτάκος πέρασε στον κινηματογράφο και στη συνέχεια στη βιντεοκασέτα, την εποχή που τα βιντεοκλάμπ έγιναν το καθημερινό σινεμά της ελληνικής οικογένειας. Οι παραγωγές ήταν φτηνές, γυρισμένες γρήγορα, με πρόχειρα σενάρια, άλλοτε αφελή και άλλοτε χοντροκομμένα. Όμως είχαν σημαντικό κοινό. Και ο Ταμτάκος με τη σειρά του είχε μοναδική αναγνωρισιμότητα.
Από τη «Γύφτικη Κομπανία» μέχρι τον «Γυφτοροκά», τον «Γυφτοαριστοκράτη», τον «Ταμτάκο στο ναυτικό», τον «Ταμτάκο ο ηλεκτρονικός γύφτος» και το «Ο Ταμτάκος ζει», ο Μόσιος έπαιξε τον ίδιο τύπο σε μια αλυσίδα ταινιών και βιντεοταινιών που σημάδεψαν το λαϊκό θέαμα των δεκαετιών του ’80 και του ’90.

Η καρικατούρα που δεν έμεινε μόνο καρικατούρα
Ο Ταμτάκος ήταν καρικατούρα. Δεν χρειάζεται να το ωραιοποιήσουμε. Είχε υπερβολική προφορά, επίτηδες επέλεγε έντονα ρούχα, είχε επιθεωρησιακή κίνηση, πονηριά, ατάκες, μικροκόλπα, παζάρια, ντάτσουν, φτώχεια, επιβίωση.
Κουβαλούσε τεράστια στερεότυπα της εποχής. Κάποιοι τίτλοι των ταινιών σήμερα θα “κόβονταν” πριν καν φτάσει η ταινία στο κάστινγκ.
Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά. Ο Μόσιος δεν έπαιξε τον Ρομά (ποιον Ρομά καλέ, πές το σωστά: Τον γύφτο), δεν έπαιξε οτν Γύφτο ως απειλή. Δεν τον έστησε ως σκοτεινή φιγούρα του περιθωρίου, ως εγκληματία, ως φόβητρο, ως εκείνον που ο «κανονικός» κόσμος πρέπει να αποφεύγει. Τον έπαιξε ως άνθρωπο της πιάτσας, φτωχό αλλά όρθιο, πονηρό αλλά όχι απάνθρωπο, θορυβώδη αλλά όχι μισητό, περιθωριακό ναι μεν αλλά οικείο δε.
Αυτό βέβαια δεν ακυρώνει το στερεότυπο, αλλά το μετατοπίζει.
Σε μια Ελλάδα όπου ο όρος «Ρομά» δεν είχε ακόμη περάσει στον καθημερινό λόγο όπως σήμερα, ο Ταμτάκος μπήκε στα σπίτια μέσα από το βίντεο με τον παλιό, αδέξιο, συχνά προβληματικό λεξιλόγιο της εποχής.
Ο Ταμτάκος, λοιπόν, δεν ήταν «σωστή» αναπαράσταση με τα σημερινά κριτήρια. Αλλά ήταν μια αναπαράσταση που, για τα δεδομένα της εποχής, εξάλειφε κάτι από την απόσταση. Έβαζε τον Γύφτο όχι απέναντι από τον θεατή, αλλά δίπλα του. Όχι ως πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά ως πρόσωπο με φωνή, ρυθμό, χιούμορ, θυμό, εξυπνάδα και αξιοπρέπεια.

Η δύσκολη ισορροπία: γέλιο χωρίς απόλυτη απαλλαγή από το στερεότυπο
Δεν θα ήταν σοβαρό να ισχυριστούμε ότι ο Ταμτάκος γκρέμισε τον αντιτσιγγανισμό ή άλλαξε την κοινωνική θέση των Ρομά. Δεν την άλλαξε και για να είμαστε και δίκαιοι ούτε οι ταινίες του είχαν τέτοια πρόθεση.
Η ελληνική κοινωνία συνέχισε —και συνεχίζει— να συνδέει συχνά τους Ρομά με την παραβατικότητα, τη φτώχεια, την αταξία, την «ενόχληση». Αυτό που έκανε ο Ταμτάκος ήταν ότι έδωσε μια συμπαθή μορφή σε μια κοινότητα που σπάνια παρουσιαζόταν συμπαθητικά.
Έβαλε τον θεατή να γελάσει μαζί του, όχι μόνο εναντίον του. Αυτή είναι λεπτή διαφορά. Και σε αυτή τη διαφορά κρύβεται η πολιτισμική αξία του ρόλου.
Ο ίδιος ο Μόσιος, σε παλιότερη συνέντευξή του που αναπαράγεται σε διάφορα αφιερώματα, είχε πει ότι δεν θέλησε να γελοιοποιήσει ή να υποβαθμίσει τους Γύφτους, αλλά ότι μελέτησε τον τύπο, γύρισε σκηνές μαζί τους και ένιωθε πως τον αγαπούσαν.
Η πολιτισμική σύγκλιση ενός «δεύτερης κατηγορίας» θεάματος
Με λίγα λόγια και χωρίς ίχνος υπερβολής την πολιτισμική γέφυρα που δεν κατάφεραν να χτίσουν οι επίσημοι λόγοι, τα σχολικά βιβλία ή η πολιτική, την έχτισε – εν μέρει – μια σειρά από φτηνές βιντεοταινίες.
Η βιντεοκασέτα ήταν το λαϊκό μέσο της εποχής. Έμπαινε σε σαλόνια, καφενεία, συνοικιακά σπίτια, στις παρέες. Εκεί, ο Ταμτάκος έγινε γνώριμος. Και το γνώριμο φοβίζει λιγότερο.
Μπορεί ακόμη να το κοροϊδεύεις, μπορεί να μην το καταλαβαίνεις πλήρως, μπορεί να το βλέπεις μέσα από στερεότυπα. Αλλά παύει να είναι εντελώς ξένο.
Ο Ταμτάκος δεν μας παρέδωσε μια καθαρή, σύγχρονη, απαλλαγμένη από προβλήματα εικόνα των Ρομά. Μας παρέδωσε όμως μια φιγούρα που έκανε τον περιθωριοποιημένο, μέρος της λαϊκής οικειότητας.

Ο ρόλος που τον έθρεψε και τον παγίδευσε
Ο Ταμτάκος έκανε τον Μόσιο γνωστό, αλλά πιθανότατα τον περιόρισε κιόλας. Παλιότερα αφιερώματα σημειώνουν ότι ο ίδιος δεν αρνήθηκε ποτέ τον ρόλο, λέγοντας πως του έδωσε «ψωμί να φάει».
Την ίδια ώρα, όμως, η ταύτιση με έναν τόσο έντονο τύπο συχνά λειτουργεί σαν φυλακή για έναν ηθοποιό. Το κοινό δεν ζητά τον άνθρωπο. Ζητά ξανά και ξανά τημ οικεία μάσκα.
Ο Μόσιος είχε παίξει κλασικό θέατρο, είχε περάσει από σημαντικές σκηνές, είχε συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα. Κι όμως, για τους περισσότερους έμεινε ο Ταμτάκος. Αυτό μπορεί να είναι αδικία για τον ηθοποιό. Είναι όμως και απόδειξη της δύναμης που είχε η περσόνα του.
Ένα αντίο σε μια λαϊκή φιγούρα
Ο θάνατος του Μιχάλη Μόσιου δεν κλείνει απλώς τον κύκλο ενός ηθοποιού. Κλείνει ένα κομμάτι της λαϊκής μνήμης των ’80s και των ’90s.
Ο Ταμτάκος δεν ήταν τέλειος χαρακτήρας. Δεν θα μπορούσε να είναι. Ήταν παιδί μιας εποχής γεμάτης στερεότυπα, γλωσσικές αγριότητες και κοινωνικές αποστάσεις.
Αλλά μέσα σε αυτή την ατέλεια, είχε κάτι ανθρώπινο: Δεν ζητούσε από τον θεατή να μην φοβηθεί τον Ρομά. Του ζητούσε να τον ακούσει, να τον δει και να τον αναγνωρίσει.
Αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό αντίο στον Μιχάλη Μόσιο: ότι μέσα από μια καρικατούρα, μέσα από έναν ρόλο που σήμερα θα χρειαζόταν άλλες λέξεις και άλλες ευαισθησίες, κατάφερε να αφήσει πίσω του μια φιγούρα συμπαθή, λαϊκή, ατίθαση αλλά κυρίως οικεία.
Έναν Ταμτάκο που, με όλα του τα προβλήματα, δεν έσπρωξε τον «άλλο» πιο μακριά.
Τον έφερε, έστω και αδέξια, λίγο πιο κοντά.

