Πενήντα δύο χρόνια μετά, η 20ή Ιουλίου δεν αποτελεί μόνο επέτειο ενός πολέμου. Είναι η υπενθύμιση μιας ιστορικής τομής, οι συνέπειες της οποίας εξακολουθούν να καθορίζουν τον χάρτη, την πολιτική και την καθημερινότητα της Κύπρου.

Μια ημερομηνία που δεν πέρασε
Σήμερα συμπληρώνονται 52 χρόνια από το πρωινό της 20ής Ιουλίου 1974, όταν τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην περιοχή της Κερύνειας, ενώ αεροπορικές επιδρομές και πολεμικές επιχειρήσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη σε διάφορα σημεία του νησιού.
Η επέτειος δεν χρειάζεται ούτε υπερβολές ούτε τελετουργική θλίψη. Χρειάζεται ακρίβεια. Γιατί όσα συνέβησαν τότε δεν έχουν περάσει ολοκληρωτικά στην Ιστορία. Η γραμμή κατάπαυσης του πυρός, η νεκρή ζώνη, οι κατεχόμενες πόλεις και κοινότητες, οι περιουσίες στις οποίες οι ιδιοκτήτες τους δεν μπορούν να επιστρέψουν και οι οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις αποτελούν ακόμη μέρος της κυπριακής πραγματικότητας.

Από το πραξικόπημα στην εισβολή
Πέντε ημέρες νωρίτερα, στις 15 Ιουλίου, το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και της ΕΟΚΑ Β΄ ανέτρεψε τον Πρόεδρο Μακάριο και τραυμάτισε τη συνταγματική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία επικαλέστηκε τις εξελίξεις για να προχωρήσει στη στρατιωτική επιχείρηση της 20ής Ιουλίου.
Το πραξικόπημα δεν αποτελεί υποσημείωση. Ήταν εγκληματική ενέργεια που αποδυνάμωσε το κράτος, δίχασε την κοινωνία και άνοιξε τον δρόμο στην καταστροφή. Δεν αποτελεί, όμως, σε καμία περίπτωση δικαιολογία για την εισβολή, την επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη διατήρηση της κατοχής επί περισσότερο από μισό αιώνα.
Την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με το ομόφωνα εγκριθέν Ψήφισμα 353, ζήτησε κατάπαυση του πυρός, σεβασμό στην κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης.

Η δεύτερη πράξη της καταστροφής
Μετά την πρώτη κατάπαυση του πυρός και τις συνομιλίες στη Γενεύη, ακολούθησε στις 14 Αυγούστου η δεύτερη φάση της τουρκικής επίθεσης. Μέσα σε λίγες ημέρες, η προέλαση επεκτάθηκε προς την Αμμόχωστο, τη Μόρφου και τη Μεσαορία. Περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας τέθηκε υπό τουρκικό στρατιωτικό έλεγχο.
Περισσότεροι από 160.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους. Υπήρξαν νεκροί, τραυματίες, αιχμάλωτοι και αγνοούμενοι. Πόλεις και χωριά άδειασαν, οικογένειες διασκορπίστηκαν και άνθρωποι έχασαν μέσα σε λίγες ώρες το σπίτι, την εργασία, τη ζωή τους όπως την ήξεραν.
Το ζήτημα των αγνοουμένων παραμένει μία από τις βαθύτερες πληγές της κυπριακής κοινωνίας. Η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους, που συστάθηκε το 1981 με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Εθνών, εξακολουθεί να αναζητεί, να ταυτοποιεί και να επιστρέφει λείψανα στις οικογένειες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Το μετά: Η ζωή από την αρχή
Η Κύπρος του 1974 δεν είχε χρόνο να πενθήσει πριν αναγκαστεί να οργανώσει την επιβίωσή της. Πρόσφυγες στεγάστηκαν σε αντίσκηνα, πρόχειρους καταυλισμούς και αργότερα σε συνοικισμούς. Οικογένειες χωρίστηκαν. Άνθρωποι που είχαν σπίτια, χωράφια, επιχειρήσεις και μια οργανωμένη καθημερινότητα βρέθηκαν με μια βαλίτσα και την προσδοκία ότι θα επέστρεφαν σύντομα.
Η επιστροφή δεν ήρθε. Το «προσωρινό» απέκτησε δρόμους, σχολεία και ολόκληρες γειτονιές. Η οικονομία ανασυγκροτήθηκε, οι πόλεις άλλαξαν και η κοινωνία προχώρησε. Όμως η πρόοδος δεν ακύρωσε την απώλεια. Απλώς έμαθε στους ανθρώπους να ζουν μαζί της.

Το σήμερα: Μια εκκρεμότητα που έγινε καθημερινότητα
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Η UNFICYP εξακολουθεί να επιτηρεί τις γραμμές κατάπαυσης του πυρός και τη νεκρή ζώνη, ενώ οι προσπάθειες του ΟΗΕ επικεντρώνονται ακόμη στην επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Παρά τη νέα διπλωματική κινητικότητα, η διαδικασία δεν έχει οδηγήσει μέχρι σήμερα σε συνολική πολιτική διευθέτηση.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ όλο αυτό δεν είναι η λήθη αλλά η εξοικείωση: να αντιμετωπίζεται η κατοχή ως μόνιμο τοπίο, η διαίρεση ως φυσιολογική κατάσταση και η απουσία λύσης ως κάτι που απλώς κληρονομείται από γενιά σε γενιά.

Η μνήμη χωρίς συνθήματα
Η 20ή Ιουλίου δεν είναι ημέρα για εύκολους πατριωτισμούς οι οποίοι κατακλύζουν τα πάντα και ουρλιάζονται παντού. Ούτε για θρήνο χωρίς περιεχόμενο ή για ψηφοθηρικούς σκοπούς. Είναι ημέρα μνήμης, γνώσης και πολιτικής ευθύνης. Να θυμόμαστε τι προηγήθηκε, τι συνέβη και τι εξακολουθεί να υπάρχει.
Διότι η εισβολή του 1974 δεν ανήκει μόνο στο τότε. Το μετά της διαμόρφωσε τη σύγχρονη Κύπρο και το σήμερα της παραμένει ακόμη ανολοκλήρωτο.

ορισμένες φωτογραφίες είναι βασισμένες σε πραγματικές σκηνές αλλά με επινοημένα πρόσωπα μέσο ΑΙ.

