ΦΑΚΕΛΟΣ ΤΑΞΙ: Οι “αόρατοι” πειρατές, η πληγή εκ των έσω και το μπαλάκι της ευθύνης

Γράφει ο Παπα – Ράτσης

Ας ξεκινήσουμε από τα προφανή. Το πρόβλημα με τα πειρατικά ταξί είναι υπαρκτό και, απ’ ό,τι φαίνεται, διαρκώς αυξανόμενο.

Η διάγνωση λοιπόν υπάρχει. Το θέμα είναι η θεραπεία. Και σε αυτόν τον τόπο, όταν η συζήτηση φτάνει στη θεραπεία, συχνά νιώθεις ότι έχουμε καλέσει γιατρό με τη λάθος ειδικότητα. Γιατί το γνωστό μοτίβο επανέρχεται: δεν είναι δικό μας θέμα, είναι των άλλων.

Θα φτάσουμε και εκεί.

Πρώτα όμως να μιλήσουμε καθαρά για το βασικό ζήτημα. Οι νόμιμοι οδηγοί ταξί αγανακτούν – και δικαίως. Το να διατηρείς ένα νόμιμο ταξί συνεπάγεται μια ολόκληρη αλυσίδα υποχρεώσεων και γραφειοκρατίας που μόνο αμελητέα δεν είναι. Άδεια ταξί, επαγγελματική άδεια, λευκό ποινικό μητρώο, ιατρικές βεβαιώσεις, πιστοποιητικά κατάρτισης, εγγραφή στο ΤΟΜ, ειδική ασφάλεια, φορολογικές δηλώσεις, κοινωνικές ασφαλίσεις και πάει λέγοντας.

Όταν λοιπόν εμφανίζεται ο «άλλος», ο πειρατής οδηγός, και παρακάμπτει όλα αυτά, αποκομίζοντας κέρδος – κέρδος που ουσιαστικά αφαιρείται από τον νόμιμο επαγγελματία – τότε η αγανάκτηση των ταξιτζήδων είναι απολύτως δικαιολογημένη.

Άρα το φαινόμενο πρέπει να αντιμετωπιστεί. Σε παλαιότερη τοποθέτηση του Υπουργείου Μεταφορών ειπώθηκε πως κάποιοι πειρατές είναι και οι ίδιοι οι επαγγελματίες οδηγοί που διαθέτουν επιπλέον παράνομα οχήματα. Ε και; Πώς ακριβώς αυτό αποτελεί επιχείρημα για να νίπτεις τας χείρας σου; Δηλαδή τι προτείνουμε; Να λύσει ο κλάδος μόνος του το πρόβλημα; «Βγάλτε τα πέρα μεταξύ σας»;

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Ναι, ένα μέρος του προβλήματος ενδέχεται να προέρχεται από επαγγελματίες οδηγούς που δραστηριοποιούνται παράλληλα και παράνομα. Υπάρχουν όμως και οι άλλοι που δεν είναι, υπάρχουν ως ένα κάποιο μέρος του προβλήματος (σύμφωνα με τους ίδιους τους οδηγούς) και τα ταξί από τα κατεχόμενα που διεκπεραιώνουν ελεύθερα κούρσες – κάτι που από μόνο του δεν θα ήταν πρόβλημα, αν υπήρχαν οι ίδιες υποχρεώσεις και οι ίδιοι κανόνες απέναντι στη Δημοκρατία.

Το αποτέλεσμα είναι ένα πρόβλημα υπαρκτό και μεγάλο. Ένα πρόβλημα που επηρεάζει δεκάδες οικογένειες επαγγελματιών. Και που γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν αρχίζει να αγγίζει θεσμούς και αρμοδιότητες.

Γιατί εκεί εμφανίζεται το γνωστό παιχνίδι ευθυνών. Το ΤΟΜ εξαντλεί – και σωστά – την αυστηρότητά του στους νόμιμους επαγγελματίες, ώστε να τηρούνται οι κανόνες λειτουργίας. Όταν όμως η κουβέντα φτάνει στους πειρατές, το μπαλάκι αλλάζει γήπεδο. Το ΤΟΜ λέει ότι δεν είναι δική του αρμοδιότητα γιατί δεν είναι εγγεγραμμένοι. Η αστυνομία φαίνεται να αδυνατεί να ελέγξει το φαινόμενο. Και έτσι το πρόβλημα μένει εκεί. Οι πειρατές συνεχίζουν και οι νόμιμοι πληρώνουν τον λογαριασμό.

Ένας ολόκληρος κλάδος βρίσκεται λοιπόν στη μέση: ανάμεσα στους επιτήδειους, στην αδυναμία της πολιτείας να ρυθμίσει σωστά το ζήτημα των επαγγελματιών από τα κατεχόμενα και – ίσως το πιο πικρό απ’ όλα – σε μια μερίδα του ίδιου του κλάδου που, με τις παράλληλες δραστηριότητές τους, υπονομεύουν την επαγγελματική επιβίωση των συναδέλφων τους.

Και κάπως έτσι επιβεβαιώνεται ξανά μια παλιά κυπριακή αλήθεια:
η τιμιότητα και η ηθική σπανίως είναι καθολική αρχή. Συνήθως και σε κάποιες περιπτώσεις είναι απλώς αποτέλεσμα δύο συνθηκών.
Πρώτον, είμαστε τίμιοι και ηθικοί όταν δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.
Και δεύτερον, όταν αποδεικνύεται τελικά πιο κερδοφόρο να είμαστε τίμιοι παρά να μην είμαστε.

Latest news
Related news