Διάβασα την προτροπή της ανώτερης λειτουργού του Υπουργείου Καρολίνα Στυλιανού και θυμήθηκα εκείνη την Αμερικανική αφίσα με τον θείο Σαμ που μας έδειχνε με το δάχτυλο και μας ανακοίνωνε ότι ο Αμερικανικός στρατός μας χρειάζεται. (όχι εμάς, τους Αμερικανούς πολίτες που την κοίταζαν κατάματα).
Το κράτος λοιπόν, μάς καλεί να καταγγέλλουμε ιατρικά κέντρα που δεν τηρούν πρωτόκολλα ή χρησιμοποιούν εξοπλισμό για μη ενδεδειγμένες θεραπείες. Ωραία. Μια μικρή απορία μόνο (πριν την μεγάλη απορία): πώς ακριβώς θα το καταλάβουμε;
Γράφει ο Νίκος Κατσαρός
Έχουμε περάσει, φαίνεται, σε μια νέα εποχή συμμετοχικής διακυβέρνησης.
Το Υπουργείο Υγείας μάς ενημερώνει ότι, όταν λαμβάνει καταγγελίες για ιατρικά κέντρα που δεν τηρούν τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα ή τη νομοθεσία, προχωρεί σε ελέγχους.
Και καλεί τους πολίτες να ενημερώνουν τις αρμόδιες υπηρεσίες εάν αντιληφθούν ότι κάποιο κέντρο χρησιμοποιεί ιατρικό εξοπλισμό για μη ενδεδειγμένες θεραπείες.
Μάλιστα. Eγώ να ρωτήσω κάτι ως απλός πολίτης;
Με ποια ακριβώς γνώση θα το αντιληφθώ ή μήπως η προτροπή συμπεριλαμβάνει και κάποιου τύπου σεμιναρίων για να μην είμαστε εντελώς άσχετοι με το αντικείμενο;
Να πηγαίνω στο ιατρικό κέντρο με τον καφέ στο ένα χέρι και στο άλλο το εγχειρίδιο λειτουργίας του μηχανήματος; Να γνωρίζω ποια θεραπεία προβλέπεται, ποια αντένδειξη υπάρχει, ποιο πρωτόκολλο ακολουθείται και εάν ο εξοπλισμός διαθέτει τις σωστές πιστοποιήσεις;
Ή μήπως να ζητώ πριν από τη θεραπεία:
«Συγγνώμη γιατρέ, μπορώ να δω την άδεια λειτουργίας, τα πρωτόκολλα και το service history του μηχανήματος; Έχω μια υποψία ότι κάποια ματσαράγκα έχεις κάνει εδώ πέρα».
Γιατί κάπου έχουμε μπερδέψει τους ρόλους μας μου φαίνεται.

Ο πολίτης μπορεί και πρέπει να καταγγέλλει κάτι ύποπτο που αντιλαμβάνεται. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί τον βασικό μηχανισμό εντοπισμού παραβάσεων σε υπηρεσίες υγείας.
Γι’ αυτό υπάρχουν υπουργεία. Υπηρεσίες. Επιθεωρητές. Εξειδικευμένοι λειτουργοί και νομοθεσίες.
Διότι το μοντέλο «πείτε μας εσείς πού υπάρχει πρόβλημα και θα πάμε να το ελέγξουμε» θυμίζει δύο κατηγορίες εργαζομένων: εκείνους που δεν βαριούνται να κάνουν οι ίδιοι τη δουλειά τους και εκείνους που ΔΕΝ μπορούν να κάνουν τη δουλειά ΤΟΥΣ.
Και εδώ δεν μιλάμε για παράνομα τραπεζάκια σε πεζοδρόμιο ώστε να πούμε το εθνικό μας πόρισμα: «This is Cyprus» και να συνεχίσουμε τη μέρα μας.
Μιλάμε για υγεία.
Το καλύτερο — ή μάλλον το χειρότερο — είναι και το παράδειγμα που επικαλέστηκε η ίδια η κυρία Στυλιανού: υπόθεση στη Λάρνακα, όπου έγινε πλασμαφαίρεση σε γυναίκα η οποία στη συνέχεια κατέληξε να νοσηλεύεται σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Δηλαδή το σύστημα λειτούργησε… αφού έγινε η θεραπεία. Αφού κάτι πήγε στραβά. Αφού η ασθενής μπήκε στην Εντατική.
Να ξαναρωτήσω λοιπόν αν μου επιτρέπετε:
Ο έλεγχος στην υγεία γίνεται πριν συμβεί το κακό ή περιμένουμε πρώτα τον ασθενή να πάει στην εντατική για να καταγγείλει από εκεί το περιστατικό;
Γιατί όταν το κράτος ζητά από τον πολίτη να λειτουργεί ως άμισθος επιθεωρητής και πληροφοριοδότης – “ρουφιάνος” για ζητήματα που απαιτούν εξειδικευμένο έλεγχο, δεν μιλάμε απλώς για κυπριακή γραφειοκρατική γραφικότητα.
Μιλάμε για θεσμική ανευθυνότητα.
Και στην υγεία, αυτή η ανευθυνότητα μπορεί να μην κοστίσει απλά μια ταλαιπωρία ή ένα πρόστιμο.
Μπορεί να κοστίσει άνθρωπο.

