ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: 55 χρόνια από τον θάνατο του – μία αναφορά στη ζωή του ανθρώπου πίσω από τον ποιητή

Γράφει ο Νίκος Κατσαρός

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, 55 χρόνια πριν, έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Σεφέρης. Ένας ποιητής που μίλησε για την Ελλάδα χωρίς να την ωραιοποιεί και για την ξενιτιά σαν άνθρωπος που την κουβαλούσε μέσα του, ακόμη κι όταν επέστρεφε στο σπίτι.

Μια ζωή ανάμεσα σε τόπους που χάνονταν

Γεννήθηκε το 1900 στα Βουρλά της Μικράς Ασίας ως Γεώργιος Σεφεριάδης. Τα παιδικά του χρόνια είχαν θάλασσα, ψαράδες, καΐκια και καλοκαίρια στη Σκάλα των Βουρλών. Όταν η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, το 1914, εκείνος άφησε πίσω έναν τόπο στον οποίο δεν θα μπορούσε ποτέ να επιστρέψει όπως τον θυμόταν.

Την εποχή της Μικρασιατικής Καταστροφής βρισκόταν στο Παρίσι και σπούδαζε νομικά. Η Σμύρνη και τα Βουρλά χάθηκαν χωρίς να προλάβει να τα αποχαιρετήσει. Αυτή η αίσθηση του ξεριζωμού —η πατρίδα που υπάρχει πια μόνο στη μνήμη— πέρασε βαθιά στην ποίησή του.

Το 1926 μπήκε στο διπλωματικό σώμα. Από τότε η ζωή του μοιράστηκε ανάμεσα σε πρεσβείες, κυβερνητικά γραφεία, μετακινήσεις και βαλίτσες. Έζησε στην Αγγλία, στην Αλβανία, στην Τουρκία, στη Μέση Ανατολή και στην Κύπρο. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στην Κρήτη, στην Αίγυπτο, στη Νότια Αφρική και στην Ιταλία.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη διαρκή υπηρεσιακή μετακίνηση έγραφε.

Τη «Στροφή», το «Μυθιστόρημα», την «Κίχλη», τα «Ημερολόγια Καταστρώματος».

Δεν έγραφε μια ποίηση στολισμένη και εύκολη. Έγραφε για ανθρώπους που ταξιδεύουν, περιμένουν, επιστρέφουν και συχνά ανακαλύπτουν ότι ο τόπος που αναζητούσαν δεν υπάρχει πια.

Το 1963 έγινε ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έξι χρόνια αργότερα, εγκαταλείποντας τη δημόσια σιωπή του, καταδίκασε ανοιχτά τη δικτατορία. Πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, σε ηλικία 71 ετών, χωρίς να προλάβει να δει την πτώση της.

Έξι πράγματα που ίσως δεν γνωρίζατε για τον Γιώργο Σεφέρη

1. Πριν γίνει «Σεφέρης», υπέγραφε ως «Σκαλιώτης»

Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Σεφεριάδης. Σε ένα από τα πρώτα του ποιητικά φανερώματα, το 1918 στο Παρίσι, χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Γεώργιος Σκαλιώτης. Το όνομα παρέπεμπε στη Σκάλα των Βουρλών, το παραθαλάσσιο μέρος όπου περνούσε τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων. Προτού, λοιπόν, γίνει Σεφέρης, είχε ήδη επιλέξει ένα όνομα που τον συνέδεε με έναν τόπο που νοσταλγούσε.

2. Διέλυσε την πυξίδα του παππού του για να δει πώς λειτουργεί

Όταν ήταν παιδί, ανακάλυψε σε μια γωνιά του εξοχικού της γιαγιάς του μια παλιά ναυτική πυξίδα που ανήκε στον παππού του. Γοητευμένος, την άνοιγε, την εξέταζε, την ξανασυναρμολογούσε και την αποσυναρμολογούσε πάλι. Στο τέλος, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος, μάλλον την κατέστρεψε.

Η πυξίδα, όμως, έμεινε στη μνήμη του σαν κάτι σχεδόν μυθικό. Ένα παράξενα ταιριαστό παιδικό παιχνίδι για έναν ποιητή που αργότερα θα έγραφε τόσο πολύ για ταξίδια, θάλασσες και ανθρώπους που αναζητούν κατεύθυνση.

3. Υπήρξε φανατικός φωτογράφος

Ο Σεφέρης δεν κατέγραφε τον κόσμο μόνο με λέξεις. Ασχολήθηκε συστηματικά με τη φωτογραφία από τη δεκαετία του 1920 μέχρι το τέλος της ζωής του.

Στο φωτογραφικό του αρχείο σώζονται περίπου 2.500 αρνητικά από μισό αιώνα ταξιδιών και καθημερινότητας: πρόσωπα, δρόμοι, αρχαιολογικοί χώροι, τοπία, απλοί άνθρωποι και εικόνες από την Κύπρο. Δεν φωτογράφιζε σαν τουρίστας που ήθελε απλώς ένα ενθύμιο. Παρατηρούσε σιωπηλά — περίπου όπως έκανε και στην ποίησή του.

4. Δεν ήταν διαρκώς ο αυστηρός, μελαγχολικός κύριος των φωτογραφιών

Η δημόσια εικόνα του Σεφέρη είναι εκείνη ενός βαρύ, σοβαρού και κάπως απόμακρου ανθρώπου. Όσοι τον γνώρισαν, όμως, μιλούσαν και για μια εντελώς διαφορετική πλευρά του.

Αγαπούσε τα λογοπαίγνια, τις παράλογες ιστορίες, τα πειράγματα και ακόμη και τα κάπως τολμηρά αστεία. Ο δημοσιογράφος και μεταφραστής Έντμουντ Κίλι περιέγραψε το πονηρό χαμόγελο με το οποίο παγίδευε τους συνομιλητές του και ύστερα τους ρωτούσε: «Γιατί γελάτε;». Αποκαλούσε, μάλιστα, τον εαυτό του «Καππαδόκη τρωγλοδύτη» — και δεν επέτρεπε σε κανέναν να του αλλάξει ούτε την καταγωγή ούτε την… τρωγλοδυτική ιδιότητα.

5. Ένας άλλος νομπελίστας βοήθησε να φτάσει στη Στοκχόλμη

Ο Σεφέρης δεν εμφανίστηκε ξαφνικά το 1963 μπροστά στη Σουηδική Ακαδημία. Είχε προταθεί για το Νόμπελ και τα προηγούμενα χρόνια. Ανάμεσα σε εκείνους που υπέβαλαν την υποψηφιότητά του ήταν, το 1961, ο σπουδαίος ποιητής Τ. Σ. Έλιοτ, ο οποίος είχε ήδη τιμηθεί με το βραβείο.

Όταν τελικά κέρδισε, ο ανταγωνισμός δεν ήταν ακριβώς αμελητέος: ανάμεσα στους βασικούς υποψηφίους εκείνης της χρονιάς βρίσκονταν ο Πάμπλο Νερούδα, ο Σάμιουελ Μπέκετ, ο Γ. Χ. Όντεν και ο Γιούκιο Μισίμα.

6. Αρνήθηκε να καταγγείλει τη χούντα από την ασφάλεια του εξωτερικού

Το 1968, κατά την παραμονή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, δέχθηκε ερωτήσεις για τη δικτατορία στην Ελλάδα. Αρνήθηκε να απαντήσει δημόσια. Όχι επειδή δεν είχε άποψη, αλλά επειδή θεωρούσε ανέντιμο να επικρίνει την κυβέρνηση της χώρας του ενώ ο ίδιος βρισκόταν ασφαλής στο εξωτερικό, μακριά από τις συνέπειες.

Περίμενε να επιστρέψει στην Αθήνα. Τον Μάρτιο του 1969 έκανε από ελληνικό έδαφος την ιστορική δήλωσή του κατά της δικτατορίας, γνωρίζοντας ότι μπορούσε να πληρώσει προσωπικά το τίμημα. Ήταν μια λεπτομέρεια που έλεγε πολλά για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την ευθύνη των λέξεων.

Ένα «ευχαριστώ» αντί για μνημόσυνο

Στην κηδεία του, δύο ημέρες μετά τον θάνατό του, χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν το φέρετρο στους δρόμους της Αθήνας. Κάποια στιγμή το πλήθος άρχισε να τραγουδά το «Στο περιγιάλι το κρυφό», τη μελοποιημένη «Άρνηση» που η δικτατορία είχε απαγορεύσει. Η κηδεία ενός ποιητή μετατράπηκε σε διαδήλωση ελευθερίας.

Αυτό να ήταν το πιο ουσιαστικό βραβείο του: οι στίχοι του είχαν φύγει από τα βιβλία και είχαν γίνει φωνή ανθρώπων.

Πενήντα πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν χρειάζεται να τον αποχαιρετήσουμε ξανά. Αρκεί ένα ευχαριστώ — για τις λέξεις που μας άφησε, για τις μνήμες που κράτησε ζωντανές και για εκείνη την επιμονή του να αναζητά τον άνθρωπο πίσω από την Ιστορία.

Latest news
Related news