Ο Great Sea Interconnector (GSI) προβλήθηκε από την πρώτη στιγμή ως το ενεργειακό έργο που θα έβαζε τέλος στη χρόνια απομόνωση της Κύπρου, θα ενίσχυε την ασφάλεια εφοδιασμού της περιοχής και θα αναβάθμιζε γεωπολιτικά την Ελλάδα ως ενεργειακό κόμβο της Ανατολικής Μεσογείου. Σήμερα, ωστόσο, το έργο μοιάζει εγκλωβισμένο σε ένα πλέγμα αντιφάσεων, καθυστερήσεων και πολιτικής αμηχανίας, αποκαλύπτοντας βαθύτερα προβλήματα στρατηγικού σχεδιασμού και διακυβέρνησης.
Το πρώτο που προκαλεί προβληματισμό είναι η απουσία συνεκτικής κοινής γραμμής από τις κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας. Παρά τις συνεχείς αναφορές σε «εθνικό στόχο» και «στρατηγική επένδυση», οι δύο πλευρές δεν κατάφεραν ποτέ να παρουσιάσουν ένα ξεκάθαρο, κοινά αποδεκτό πλαίσιο υλοποίησης. Οι δημόσιες τοποθετήσεις μεταβάλλονται διαρκώς: από τη βεβαιότητα ότι το έργο προχωρά κανονικά, περνάμε σε δηλώσεις περί «προσαρμογών», «τεχνικών δυσκολιών» και ανάγκης για επιπλέον χρόνο. Αυτή η ασυνέπεια δεν είναι απλώς επικοινωνιακή· είναι πολιτική.

Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται ο ΑΔΜΗΕ, ο οποίος, ως φορέας υλοποίησης, εμφανίζεται να πιέζει για άμεσες οικονομικές δεσμεύσεις και προκαταβολές, προειδοποιώντας ότι χωρίς αυτές το έργο κινδυνεύει να παγώσει. Το γεγονός ότι τέτοιου είδους ζητήματα έρχονται στο φως εκ των υστέρων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: πώς εγκρίθηκε ένα έργο δισεκατομμυρίων χωρίς να έχει διασφαλιστεί πλήρως το χρηματοδοτικό του σχήμα; Και γιατί οι κυβερνήσεις εμφανίζονται σήμερα να «διαπραγματεύονται» όρους που θα έπρεπε να είχαν συμφωνηθεί εξαρχής;
Στην Κύπρο, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο οξύ. Η κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά να μιλήσει με συγκεκριμένα στοιχεία για το πραγματικό κόστος του GSI και τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές. Οι γενικόλογες αναφορές σε μελλοντικά οφέλη και σε μείωση του κόστους ενέργειας δεν συνοδεύονται από αριθμούς, εναλλακτικά σενάρια ή σαφείς δεσμεύσεις. Ο Κύπριος πολίτης καλείται να αποδεχθεί ένα τεράστιο έργο υποδομής χωρίς να γνωρίζει πόσο θα του κοστίσει και πότε – ή αν – θα δει απτό όφελος στο τιμολόγιο του ρεύματος.
Την ίδια ώρα, η Αθήνα εμφανίζεται να ζητά «πίστωση χρόνου», επικαλούμενη τεχνικές έρευνες και γεωπολιτικές ευαισθησίες. Όμως η διαρκής αναβολή κρίσιμων αποφάσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί στρατηγική. Αντίθετα, δημιουργεί την εντύπωση μιας κυβέρνησης που φοβάται να αναλάβει το πολιτικό κόστος ενός έργου με αβέβαιη κατάληξη. Η καθυστέρηση δεν μειώνει το ρίσκο· το αυξάνει.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η γεωπολιτική διάσταση του GSI. Η εμπλοκή της Τουρκίας και των κατεχομένων στη δημόσια συζήτηση αναδεικνύει ότι το έργο δεν είναι απλώς τεχνικό ή οικονομικό. Παρ’ όλα αυτά, ουδέποτε παρουσιάστηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης γεωπολιτικών κινδύνων. Οι κυβερνήσεις μοιάζουν να αιφνιδιάζονται από εξελίξεις που θα έπρεπε να έχουν ενσωματωθεί στον σχεδιασμό από την πρώτη στιγμή. Η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» χωρίς συγκεκριμένες εγγυήσεις ασφάλειας αποδυναμώνει, αντί να ενισχύει, το αφήγημα υπέρ του έργου.
Η έντονη κριτική που ασκείται από αντιπολιτευτικά κόμματα, ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς φορείς δεν μπορεί να απορριφθεί εύκολα ως λαϊκισμός. Όταν γίνεται λόγος για «κυβερνητικό αλαλούμ», αυτό αντανακλά την εικόνα ενός έργου που αλλάζει μορφή και αφήγημα ανάλογα με τις πιέσεις. Άλλοτε παρουσιάζεται ως ώριμο και διασφαλισμένο και άλλοτε ως σχέδιο που τελεί υπό αίρεση. Αυτή η αστάθεια πλήττει την αξιοπιστία τόσο του GSI όσο και της συνολικής ενεργειακής πολιτικής Κύπρου και Ελλάδας.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι η έλλειψη ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου. Ένα έργο που θα δεσμεύσει δημόσιους πόρους για δεκαετίες αντιμετωπίζεται σχεδόν αποκλειστικά ως τεχνοκρατικό ζήτημα, έξω από τον κοινωνικό έλεγχο. Η κοινωνία καλείται να εμπιστευτεί αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς επαρκή διαφάνεια, χωρίς πλήρη ενημέρωση και χωρίς ξεκάθαρη λογοδοσία.
Ο Great Sea Interconnector δεν είναι απλώς ένα καλώδιο στον βυθό της Μεσογείου. Είναι μια πολιτική επιλογή με οικονομικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές συνέπειες μεγάλης διάρκειας. Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το έργο είναι θεωρητικά αναγκαίο. Είναι αν μπορεί να υλοποιηθεί με σοβαρότητα, διαφάνεια και καθαρή πολιτική ευθύνη. Μέχρι στιγμής, οι χειρισμοί Λευκωσίας και Αθήνας δείχνουν ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι καθυστερήσεις, αλλά η απουσία ειλικρίνειας και στρατηγικής τόλμης απέναντι στους πολίτες.

