Τα τελευταία χρόνια εντείνεται στην Ευρώπη η ανησυχία για τη διαρκώς αυξανόμενη ισχύ των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών. Εταιρείες όπως η Google, η Amazon, η Meta (Facebook), η Apple και η Microsoft δεν λειτουργούν απλώς ως επιχειρηματικοί οργανισμοί. Ελέγχουν πλατφόρμες, δεδομένα, δίκτυα και κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές που διαμορφώνουν την καθημερινότητά μας.
Κάθε αναζήτηση, κάθε μήνυμα, κάθε «μου αρέσει» και κάθε ηλεκτρονική αγορά αφήνει πίσω της ένα ψηφιακό αποτύπωμα. Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται, αναλύονται και αξιοποιούνται συστηματικά. Σύμφωνα με πολλούς ειδικούς, η τεράστια αυτή συγκέντρωση πληροφοριών δεν είναι ουδέτερη· δημιουργεί μια νέα μορφή εξάρτησης, καθώς η Ευρώπη βασίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά σε αμερικανικές πλατφόρμες για βασικές λειτουργίες της ψηφιακής ζωής.
Η εξάρτηση αυτή δεν περιορίζεται στην τεχνολογία. Δημόσιες υπηρεσίες, πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα αλλά και κυβερνητικές δομές σε ολόκληρη την Ευρώπη χρησιμοποιούν αμερικανικά λογισμικά, υπηρεσίες cloud και συστήματα αποθήκευσης δεδομένων. Έτσι, κρίσιμες λειτουργίες μεταφέρονται σε υποδομές που δεν τελούν υπό ευρωπαϊκό έλεγχο. Σταδιακά, η τεχνολογική εξάρτηση αποκτά οικονομικές διαστάσεις, καθώς τεράστια κεφάλαια κατευθύνονται εκτός ηπείρου. Σε βαθύτερο επίπεδο, εγείρονται και πολιτικά ζητήματα: όταν η ψηφιακή ραχοκοκαλιά μιας ηπείρου ελέγχεται από πολυεθνικές με παγκόσμια επιρροή, διαμορφώνονται νέοι συσχετισμοί ισχύος που επηρεάζουν τη λήψη αποφάσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη αποκτά κομβική σημασία. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επιχειρούν να θέσουν κανόνες λειτουργίας, με έμφαση στη διαφάνεια, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ωστόσο, δεν λείπουν οι φωνές που προειδοποιούν ότι οι ίδιες οι εταιρείες διαθέτουν τέτοια οικονομική και θεσμική επιρροή ώστε μπορούν να επηρεάζουν τη ρυθμιστική διαδικασία προς όφελός τους. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η μαζική επεξεργασία δεδομένων θα ενισχυθεί περαιτέρω και η ευρωπαϊκή εξάρτηση από εξωγενείς τεχνολογικές λύσεις θα βαθύνει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα λεγόμενα «pixel παρακολούθησης» που χρησιμοποιεί η Meta: μικροί κώδικες που ενσωματώνονται σε ιστοσελίδες και εφαρμογές, καταγράφοντας τη συμπεριφορά των χρηστών και δημιουργώντας αναλυτικά προφίλ για διαφημιστικούς ή άλλους σκοπούς. Παράλληλα, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκφράζουν ανησυχίες για τη χρήση λογισμικών μαζικής ανάλυσης δεδομένων από κρατικές υπηρεσίες στην Ευρώπη — εργαλεία που συχνά αναπτύσσονται από αμερικανικές εταιρείες και επιτρέπουν τον συνδυασμό πληροφοριών από πολλαπλές πηγές, από τηλεπικοινωνιακά δεδομένα έως δραστηριότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το ζήτημα, τελικά, δεν αφορά μόνο την ιδιωτικότητα. Αγγίζει τον πυρήνα της κυριαρχίας. Αντί να επενδύσει συστηματικά στην ανάπτυξη δικών της ισχυρών πλατφορμών και τεχνολογιών, η Ευρώπη επέλεξε διαχρονικά να στηριχθεί σε αμερικανικές λύσεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι σημαντικό μέρος της ψηφιακής της υποδομής δεν βρίσκεται υπό τον δικό της έλεγχο.
Και εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα: σε μια εποχή όπου η πληροφορία ισοδυναμεί με δύναμη, ποιος κρατά πραγματικά τα κλειδιά;
Η συζήτηση για τα προσωπικά δεδομένα και την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μια τεχνική αντιπαράθεση που αφορά μόνο ειδικούς και ρυθμιστικές αρχές. Αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Διότι όλοι ζούμε μέσα σε μια ψηφιακή πραγματικότητα που δεν σχεδιάζουμε εμείς — αλλά την χρησιμοποιούμε καθημερινά

