Η άνοδος της θερμοκρασίας, η επέλαση ξενικών ειδών, η πλαστική ρύπανση και η υπεραλίευση μετατρέπουν την Ανατολική Μεσόγειο σε εργαστήριο της κλιματικής κρίσης. Η Κύπρος βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή μιας οικολογικής ανατροπής που απειλεί τη βιοποικιλότητα, την αλιεία και τις παράκτιες κοινωνίες.
Η Μεσόγειος που γνώρισαν οι προηγούμενες γενιές αλλάζει με ταχύτητα που προκαλεί έντονη ανησυχία στους επιστήμονες. Τα νερά της θερμαίνονται, οι θαλάσσιοι καύσωνες γίνονται συχνότεροι, τα παραδοσιακά είδη υποχωρούν και εκατοντάδες ξενικοί οργανισμοί καταλαμβάνουν τον χώρο που αφήνουν πίσω τους.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική στην Ανατολική Μεσόγειο. Η περιοχή από την Κύπρο και τις ακτές της Μέσης Ανατολής μέχρι το Αιγαίο και τη νότια Τουρκία αποτελεί σήμερα το πιο προωθημένο μέτωπο της «τροπικοποίησης» της θάλασσας. Όσα συμβαίνουν εδώ θεωρούνται προειδοποίηση για όσα ενδέχεται να ακολουθήσουν και στη δυτική λεκάνη.
Μια θάλασσα που παγιδεύει τη θερμότητα
Η Μεσόγειος είναι μια σχεδόν περίκλειστη θάλασσα, με περιορισμένη ανταλλαγή υδάτων με τον Ατλαντικό μέσω του Στενού του Γιβραλτάρ. Η συσσωρευμένη θερμότητα δεν διαχέεται με την ίδια ευκολία όπως στους μεγάλους ωκεανούς, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στην υπερθέρμανση.
Οι επιστήμονες τη χαρακτηρίζουν «θερμό σημείο» της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που παραθέτει το Euronews, η θερμοκρασία των νερών της ενδέχεται να αυξηθεί κατά 2 έως 6 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα, ανάλογα με την πορεία των παγκόσμιων εκπομπών. Παράλληλα, οι θαλάσσιοι καύσωνες αναμένεται να γίνουν συχνότεροι, μεγαλύτερης διάρκειας και πιο ακραίοι.
Η αύξηση της θερμοκρασίας επηρεάζει τη διαθεσιμότητα οξυγόνου, την αναπαραγωγή των ψαριών, τις τροφικές αλυσίδες και την επιβίωση οργανισμών που εξελίχθηκαν σε ψυχρότερες συνθήκες. Είδη που δεν μπορούν να προσαρμοστούν μετακινούνται βορειότερα ή σε μεγαλύτερα βάθη. Όσα δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα συρρικνώνονται ή εξαφανίζονται τοπικά.

Η Διώρυγα του Σουέζ ως πύλη εισόδου
Η Ανατολική Μεσόγειος θερμαίνεται ταχύτερα και βρίσκεται δίπλα στη βασική πύλη εισόδου τροπικών ειδών: τη Διώρυγα του Σουέζ. Ο συνδυασμός αυτός την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη.
Μετά τη διάνοιξη της Διώρυγας δημιουργήθηκε ένας τεχνητός διάδρομος ανάμεσα στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Εκατοντάδες οργανισμοί άρχισαν να μετακινούνται προς βορρά. Η διαδικασία αυτή, γνωστή ως λεσεψιανή μετανάστευση, δεν είναι καινούργια. Εκείνο που άλλαξε είναι η ταχύτητα και η κλίμακά της.
Στο παρελθόν, τα ψυχρότερα νερά της Μεσογείου λειτουργούσαν ως φυσικό εμπόδιο. Καθώς, όμως, η θάλασσα θερμαίνεται, το εμπόδιο υποχωρεί. Τα ξενικά είδη δεν επιβιώνουν απλώς: εγκαθίστανται, πολλαπλασιάζονται και εξαπλώνονται προς το Αιγαίο, το Ιόνιο, την Αδριατική και πλέον τη δυτική Μεσόγειο.
Περίπου 1.000 μη γηγενή είδη έχουν εντοπιστεί στη Μεσόγειο και περίπου 800 θεωρούνται εγκατεστημένα. Η εξάπλωσή τους επιταχύνθηκε μετά τις αρχές της δεκαετίας του 2000, παράλληλα με την άνοδο της θερμοκρασίας.

Η Κύπρος στην πρώτη γραμμή
Λόγω της εγγύτητάς της στη Διώρυγα του Σουέζ, η Κύπρος συγκαταλέγεται στις πρώτες χώρες που αισθάνονται τις συνέπειες. Οι ψαράδες συναντούν πλέον καθημερινά είδη τα οποία πριν από λίγες δεκαετίες ήταν άγνωστα ή εξαιρετικά σπάνια στα κυπριακά νερά.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο λαγοκέφαλος. Πρόκειται για επιθετικό και ανθεκτικό οργανισμό, ο οποίος καταστρέφει δίχτυα και αγκίστρια και τρέφεται με ψάρια και ασπόνδυλα. Η κατανάλωσή του είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς περιέχει τετροδοτοξίνη, μια ισχυρή νευροτοξίνη που μπορεί να προκαλέσει παράλυση ή ακόμη και θάνατο και δεν εξουδετερώνεται με το μαγείρεμα.
Σημαντική είναι και η εξάπλωση του λεοντόψαρου. Πρόκειται για αδηφάγο αρπακτικό που καταναλώνει μικρά ψάρια και καρκινοειδή, περιορίζοντας τους πληθυσμούς γηγενών ειδών. Τα αγκάθια του είναι δηλητηριώδη, αλλά το κρέας του είναι βρώσιμο εφόσον καθαριστεί σωστά. Γι’ αυτό γίνονται προσπάθειες να ενταχθεί στην εστίαση, ώστε η στοχευμένη αλιεία του να συμβάλει στον περιορισμό του.
Ιδιαίτερη οικολογική ζημιά προκαλούν και τα λαγόψαρα ή γερμανοί. Καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φυκιών και θαλάσσιας βλάστησης, δημιουργώντας γυμνές υποθαλάσσιες εκτάσεις, γνωστές ως «θαλάσσιες έρημοι». Τα νεαρά ψάρια χάνουν τα καταφύγιά τους, οι πληθυσμοί ασπονδύλων περιορίζονται και ολόκληρο το οικοσύστημα φτωχαίνει.
Οι επιπτώσεις αποτυπώνονται και στην αλιεία. Παραδοσιακά αλιεύματα, όπως το μπαρμπούνι, υποχωρούν, ενώ μεγάλο μέρος της ψαριάς αποτελείται πλέον από είδη που δεν έχουν εμπορική αξία ή απαγορεύεται να πωληθούν. Οι αλιείς βλέπουν τα εισοδήματά τους να μειώνονται και τα εργαλεία τους να καταστρέφονται.
Υπεραλίευση και πλαστική ρύπανση
Τα ξενικά είδη δεν εισβάλλουν σε ένα υγιές οικοσύστημα, αλλά σε μια θάλασσα ήδη εξαντλημένη από την υπεραλίευση. Η αφαίρεση μεγάλων ψαριών και κορυφαίων θηρευτών διαταράσσει τη φυσική ισορροπία. Όταν μειώνονται οι φυσικοί ανταγωνιστές, οι εισβολείς βρίσκουν ελεύθερο χώρο και άφθονη τροφή.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την κατακερματισμένη διαχείριση. Τα ψάρια δεν γνωρίζουν σύνορα, όμως οι κανόνες και οι δυνατότητες επιτήρησης διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Χωρίς κοινά συστήματα καταγραφής και ελέγχου της παράνομης αλιείας, τα μέτρα παραμένουν αποσπασματικά.
Την ίδια στιγμή, η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε παγίδα πλαστικών απορριμμάτων. Σακούλες, μπουκάλια, συσκευασίες και εγκαταλειμμένα αλιευτικά εργαλεία αποτελούν μόνο το ορατό μέρος του προβλήματος. Η σοβαρότερη απειλή βρίσκεται στα μικροπλαστικά, τα οποία καταπίνονται από πλαγκτόν, μαλάκια και ψάρια, εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα και φτάνουν τελικά στον άνθρωπο.
Στις νότιες και ανατολικές ακτές, το πρόβλημα συνδέεται με τις ελλείψεις στις υποδομές συλλογής και επεξεργασίας αποβλήτων. Σε περιοχές της Λιβύης, της Αιγύπτου και της Αλγερίας, μεγάλες ποσότητες σκουπιδιών καταλήγουν ανεξέλεγκτα στη θάλασσα, ενώ η πολιτική αστάθεια δυσκολεύει την εφαρμογή περιβαλλοντικών πολιτικών.
Στους κινδύνους προστίθενται τα αστικά λύματα, τα βιομηχανικά απόβλητα, τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα και τα πετρελαιοειδή. Παράλληλα, η ανεξέλεγκτη παράκτια ανάπτυξη καταστρέφει τα λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία προσφέρουν καταφύγιο σε εκατοντάδες είδη, δεσμεύουν άνθρακα και περιορίζουν τη διάβρωση των ακτών.

Μπορεί να ανακοπεί η καταστροφή;
Η πλήρης αντιστροφή της εξάπλωσης των ξενικών ειδών δεν θεωρείται πλέον ρεαλιστική. Υπάρχουν, όμως, τρόποι περιορισμού των συνεπειών. Η επεξεργασία των υδάτων έρματος των πλοίων μπορεί να μειώσει δραστικά τη μεταφορά νέων οργανισμών, ενώ ειδικές επιστρώσεις στα ύφαλα περιορίζουν τη μετακίνησή τους από λιμάνι σε λιμάνι.
Χρειάζεται επίσης στοχευμένη αλιεία των εισβολικών ειδών. Για το λεοντόψαρο μπορεί να αναπτυχθεί ελεγχόμενη αγορά, ενώ για τον λαγοκέφαλο απαιτούνται προγράμματα αποζημίωσης των αλιέων για τη συλλογή και ασφαλή καταστροφή του.
Για την Κύπρο, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιορίζεται σε εκστρατείες καθαρισμού ή ενημέρωσης. Χρειάζονται μόνιμη επιστημονική παρακολούθηση, οικονομική στήριξη των αλιέων, προστασία της Ποσειδωνίας, αυστηρότερη διαχείριση αποβλήτων και συνεργασία με τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής.
Η Μεσόγειος δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Κινδυνεύει, όμως, να μετατραπεί σε μια διαφορετική θάλασσα: θερμότερη, περισσότερο τροπική και φτωχότερη σε γηγενή είδη. Στην Ανατολική Μεσόγειο, το μέλλον αυτό έχει ήδη φτάσει. Το ερώτημα είναι πόσο από τον φυσικό της πλούτο μπορεί ακόμη να σωθεί — και αν τα κράτη θα δράσουν προτού οι απώλειες γίνουν οριστικές.

