Είκοσι ένα χρόνια μετά την αεροπορική τραγωδία στο Γραμματικό, η μελέτη της δημοσιογραφικής κάλυψης αποκαλύπτει βιασύνη, ανακρίβειες, σενάρια χωρίς τεκμηρίωση και μια πρωτοφανή εισβολή στις ιδιωτικές στιγμές των συγγενών των θυμάτων. Παρά την άμεση κινητοποίηση των μέσων ενημέρωσης, η ανάγκη για ταχύτητα και τηλεθέαση υπερίσχυσε, σε πολλές περιπτώσεις, της ακρίβειας, της ευαισθησίας και της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Του Γιώργου Παυλίδη
Η 14η Αυγούστου 2005 παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές ημέρες στην ιστορία της Κύπρου. Η συντριβή του αεροσκάφους της «Ήλιος» στο Γραμματικό Αττικής δεν προκάλεσε μόνο τον θάνατο 121 ανθρώπων. Άνοιξε μια βαθιά πληγή στην κυπριακή κοινωνία, αποκάλυψε σοβαρές αδυναμίες στους μηχανισμούς ελέγχου της πολιτικής αεροπορίας και έθεσε υπό αμφισβήτηση τη λειτουργία ενός ολόκληρου συστήματος.
Ταυτόχρονα, όμως, η τραγωδία αποτέλεσε μια πρωτόγνωρη δοκιμασία για τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης. Εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεοπτικοί σταθμοί κλήθηκαν να διαχειριστούν ένα γεγονός τεράστιας κλίμακας, σε συνθήκες πίεσης, αβεβαιότητας και έντονης κοινωνικής φόρτισης. Η άμεση κινητοποίησή τους ήταν εντυπωσιακή. Η ποιότητα, ωστόσο, του περιεχομένου που μεταδόθηκε αποδείχθηκε σε πολλές περιπτώσεις προβληματική.
Μέσα στη σύγχυση των πρώτων ωρών, ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες παρουσιάστηκαν ως γεγονότα, εικασίες μετατράπηκαν σε «αποκαλύψεις» και ο ανθρώπινος πόνος έγινε τηλεοπτικό θέαμα. Οι συγγενείς των θυμάτων βρέθηκαν αντιμέτωποι όχι μόνο με την απώλεια των ανθρώπων τους, αλλά και με κάμερες που κατέγραφαν κάθε κραυγή, κάθε δάκρυ και κάθε στιγμή κατάρρευσης.
Η εξέταση της δημοσιογραφικής κάλυψης της τραγωδίας δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αποτελεί ένα διαχρονικό μάθημα για τα όρια της ενημέρωσης, την ευθύνη του δημοσιογράφου και την ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ιδιαίτερα σε καταστάσεις κρίσης.

Η μοιραία πτήση
Το πρωί της 14ης Αυγούστου 2005, το Boeing 737 της κυπριακής αεροπορικής εταιρείας «Ήλιος» απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Λάρνακας. Η πτήση είχε τελικό προορισμό την Πράγα, με ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα. Στο αεροσκάφος επέβαιναν συνολικά 121 άνθρωποι.
Λίγα λεπτά μετά την απογείωση παρουσιάστηκαν προβλήματα που συνδέονταν με το σύστημα συμπίεσης και τη λειτουργία του αεροσκάφους. Η επικοινωνία με το έδαφος διακόπηκε και το Boeing συνέχισε να πετά με τον αυτόματο πιλότο, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από το πλήρωμα.
Όταν το αεροσκάφος εισήλθε στον ελληνικό εναέριο χώρο χωρίς να επικοινωνήσει με τον Πύργο Ελέγχου Αθηνών, σήμανε συναγερμός. Δύο μαχητικά F-16 απογειώθηκαν για να το προσεγγίσουν και να διαπιστώσουν τι συνέβαινε. Οι χειριστές τους αντίκρισαν ένα πρωτοφανές σκηνικό: τον συγκυβερνήτη αναίσθητο, τις μάσκες οξυγόνου στην καμπίνα απελευθερωμένες και κανένα εμφανές σημείο ότι το αεροπλάνο τελούσε υπό τον έλεγχο των χειριστών του.
Στα τελευταία στάδια της πτήσης, ένα μέλος του πληρώματος καμπίνας, ο Ανδρέας Προδρόμου, κατάφερε να εισέλθει στο πιλοτήριο και προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο. Τα περιθώρια, όμως, είχαν πλέον εξαντληθεί. Μετά την κατανάλωση των καυσίμων, οι κινητήρες σταμάτησαν να λειτουργούν και το Boeing συνετρίβη στην ορεινή περιοχή του Γραμματικού.
Δεν υπήρξε κανένας επιζών.
Ένας δημοσιογραφικός μηχανισμός σε συναγερμό
Η τραγωδία βρήκε τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης σε μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονική στιγμή. Ήταν Κυριακή, παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, όταν οι περισσότεροι δημοσιογραφικοί οργανισμοί λειτουργούσαν με προσωπικό ασφαλείας. Πολλά διευθυντικά και έμπειρα στελέχη βρίσκονταν σε άδεια.
Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, η κινητοποίηση υπήρξε άμεση. Ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί διέκοψαν το πρόγραμμά τους και άρχισαν να μεταδίδουν έκτακτα δελτία και πολύωρες εκπομπές συνεχούς ροής. Δημοσιογράφοι ανακλήθηκαν από τις άδειές τους, συνεργεία στάλθηκαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας, σε κρατικές υπηρεσίες, στα γραφεία της εταιρείας και στην Ελλάδα.
Οι εφημερίδες της επόμενης ημέρας κυκλοφόρησαν με πολυσέλιδα αφιερώματα, χρονικά της πτήσης, φωτογραφίες από τον τόπο της συντριβής, μαρτυρίες και πληροφορίες για τους επιβαίνοντες. Από την άποψη της ταχύτητας και της επιχειρησιακής ανταπόκρισης, ο δημοσιογραφικός κόσμος έδειξε ότι μπορούσε να κινητοποιηθεί ακόμη και κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.
Το μεγάλο πρόβλημα δεν ήταν η απουσία ενημέρωσης. Ήταν η ποιότητά της.
Η ανάγκη να καλυφθεί κάθε λεπτό τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού χρόνου δημιούργησε μια ασταμάτητη ζήτηση για νέες πληροφορίες. Όταν δεν υπήρχαν επαρκώς διασταυρωμένα γεγονότα, το κενό άρχισε να καλύπτεται από υποθέσεις, μαρτυρίες αγνώστου αξιοπιστίας και αυθαίρετα σενάρια.
Τα πρώτα σοβαρά λάθη
Οι ανακρίβειες άρχισαν από την πρώτη κιόλας μετάδοση της είδησης. Το ΡΙΚ ανέφερε αρχικά ότι είχε συντριβεί αεροσκάφος των Κυπριακών Αερογραμμών, το οποίο εκτελούσε πτήση Λάρνακα–Αθήνα. Η πληροφορία ήταν διπλά λανθασμένη. Το αεροσκάφος ανήκε στην «Ήλιος», ενώ ο τελικός προορισμός της πτήσης ήταν η Πράγα, με ενδιάμεση στάση στην Αθήνα.
Το λάθος δεν ήταν μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Οι Κυπριακές Αερογραμμές πραγματοποιούσαν εκείνη την περίοδο αρκετές πτήσεις προς την Αθήνα. Η ανακριβής αναφορά προκάλεσε πανικό σε οικογένειες που γνώριζαν ότι συγγενικά τους πρόσωπα ταξίδευαν με τον κρατικό αερομεταφορέα.
Σε μια κατάσταση κρίσης, η πρώτη υποχρέωση του δημοσιογράφου είναι να μεταδώσει την πληροφορία γρήγορα, αλλά και σωστά. Η ταχύτητα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διασταύρωση, ιδιαίτερα όταν η λανθασμένη μετάδοση είναι δυνατόν να προκαλέσει τρόμο σε εκατοντάδες ανθρώπους.
Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μόνο η αρχή. Καθώς περνούσαν οι ώρες, οι σταθμοί άρχισαν να μεταδίδουν πληροφορίες χωρίς να γνωρίζουν την προέλευσή τους ή χωρίς να έχουν εξασφαλίσει δεύτερη ανεξάρτητη επιβεβαίωση. Η διάκριση ανάμεσα σε γεγονός, εκτίμηση και φήμη άρχισε σταδιακά να χάνεται.

Η φάρσα με τα υποτιθέμενα μηνύματα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της έλλειψης διασταύρωσης αποτέλεσε η ιστορία με τα υποτιθέμενα μηνύματα επιβάτη. Ένας άνδρας από τη Θεσσαλονίκη τηλεφώνησε σε ελληνικό τηλεοπτικό σταθμό και ισχυρίστηκε ότι είχε λάβει δύο μηνύματα από ξάδελφό του, ο οποίος δήθεν βρισκόταν στο αεροσκάφος.
Στα μηνύματα περιγραφόταν η κατάσταση των πιλότων και υπήρχε ένας δραματικός αποχαιρετισμός. Η ιστορία μεταδόθηκε αμέσως από ελληνικά, κυπριακά και διεθνή μέσα ενημέρωσης. Παρουσιαστές και σχολιαστές άρχισαν να την αναλύουν, συνδέοντάς την με τις πληροφορίες που προέρχονταν από τους χειριστές των F-16.
Ελάχιστοι φαίνεται να αναρωτήθηκαν πώς ένας επιβάτης μπορούσε να κινείται στην καμπίνα και να αποστέλλει μηνύματα από τέτοιο ύψος, την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι φέρονταν να είχαν χάσει τις αισθήσεις τους. Κανείς δεν είχε επιβεβαιώσει εάν το πρόσωπο που κατονομάστηκε βρισκόταν πράγματι στον κατάλογο των επιβατών.
Η ιστορία κατέρρευσε όταν ο άνδρας συνελήφθη και παραδέχθηκε ότι είχε επινοήσει τα πάντα, επιδιώκοντας δημοσιότητα. Η φάρσα αποκάλυψε με τον πιο καθαρό τρόπο πόσο ευάλωτα ήταν τα μέσα ενημέρωσης μπροστά σε μια δραματική ιστορία που μπορούσε να εξασφαλίσει τηλεθέαση.
Το αλαλούμ με τον κατάλογο των θυμάτων
Ακόμη πιο οδυνηρή ήταν η σύγχυση γύρω από τα ονόματα και την ταυτότητα των επιβατών. Η καθυστέρηση στην οριστικοποίηση του καταλόγου, σε συνδυασμό με την αγωνία των οικογενειών και την πίεση για άμεση ενημέρωση, δημιούργησε ένα εκρηκτικό περιβάλλον.
Για ώρες μεταδίδονταν πληροφορίες ότι στο αεροσκάφος επέβαιναν παιδικές ή εφηβικές ποδοσφαιρικές ομάδες, οι οποίες ταξίδευαν για να συμμετάσχουν σε διοργάνωση στην Πράγα. Άλλα μέσα ανέφεραν ότι επρόκειτο για αθλητές επιτραπέζιας αντισφαίρισης.
Ο αριθμός των παιδιών άλλαζε συνεχώς. Άλλοτε γινόταν λόγος για 48 και άλλοτε για 75 ανήλικους επιβάτες. Η πληροφορία αναπαράχθηκε και από διεθνή μέσα, τα οποία προφανώς βασίστηκαν στις μεταδόσεις από την Κύπρο και την Ελλάδα.
Ο τελικός κατάλογος κατέδειξε ότι οι ανήλικοι που έχασαν τη ζωή τους ήταν 24. Τα παιδιά ταξίδευαν με τις οικογένειές τους και δεν αποτελούσαν μέλη αθλητικής αποστολής.
Δεν πρόκειται απλώς για αριθμητικό λάθος. Η ανακριβής πληροφορία δημιούργησε μια πλασματική διάσταση της τραγωδίας, ενίσχυσε τη συναισθηματική φόρτιση και μεταδόθηκε τόσο ευρέως ώστε επαναλήφθηκε ακόμη και σε δημόσιες εκδηλώσεις μνήμης.
Οι «αυτόπτες μάρτυρες» και η μακάβρια σεναριολογία
Στον τόπο της συντριβής βρέθηκαν από τις πρώτες ώρες δεκάδες δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία. Καθώς οι επίσημες πληροφορίες ήταν περιορισμένες, οι κάτοικοι της περιοχής αναδείχθηκαν σε βασική πηγή ενημέρωσης.
Πολλοί από αυτούς ήταν συγκλονισμένοι από όσα είχαν δει. Οι περιγραφές τους ήταν συχνά αντιφατικές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αδύνατον να επιβεβαιωθούν. Παρ’ όλα αυτά, μεταδίδονταν σχεδόν αυτούσιες, χωρίς το απαραίτητο δημοσιογραφικό φίλτρο.
Δημοσιεύθηκαν ισχυρισμοί ότι τα πρόσωπα των θυμάτων είχαν «κίτρινο χρώμα», ότι επιβάτες βρίσκονταν σε κατάσταση «κατάψυξης» ή ότι ορισμένα παιδιά επέζησαν προσωρινά της πρόσκρουσης και πέθαναν επειδή καθυστέρησαν τα σωστικά συνεργεία.
Οι αναφορές αυτές προκάλεσαν οργή και δημιούργησαν υποψίες για ολιγωρία των υπηρεσιών διάσωσης. Ακολούθησαν μακρές συζητήσεις ανάμεσα σε παρουσιαστές, δημοσιογράφους, αυτόπτες μάρτυρες και ειδικούς, χωρίς να υπάρχει ασφαλής επιστημονική τεκμηρίωση.
Η τραγωδία μετατράπηκε σταδιακά σε μακάβριο δημόσιο εργαστήριο, στο οποίο κάθε θεωρία μπορούσε να παρουσιαστεί ως πιθανή. Το κοινό, ανήμπορο να γνωρίζει ποια πληροφορία ήταν αξιόπιστη, βυθίστηκε ακόμη περισσότερο στη σύγχυση.
Όταν ο ανθρώπινος πόνος έγινε θέαμα
Η πιο σκοτεινή πτυχή της κάλυψης αφορούσε τη συμπεριφορά απέναντι στους συγγενείς των θυμάτων. Εκατοντάδες άνθρωποι έσπευσαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας αναζητώντας πληροφορίες. Εκεί βρίσκονταν ήδη τηλεοπτικά συνεργεία, μεταδίδοντας ζωντανά κάθε εξέλιξη.
Οι κάμερες κατέγραψαν την αγωνία, τον θυμό και τελικά την κατάρρευση των συγγενών. Οι στιγμές κατά τις οποίες άνθρωποι πληροφορούνταν ότι έχασαν τα παιδιά, τους γονείς ή τους συντρόφους τους μεταδίδονταν χωρίς ουσιαστική προστασία της ιδιωτικότητάς τους.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της μητέρας του συγκυβερνήτη. Η γυναίκα ζητούσε απεγνωσμένα από δημοσιογράφο, ο οποίος δήλωνε ότι είχε στην κατοχή του τον κατάλογο των επιβαινόντων, να της πει εάν ο γιος της βρισκόταν στο αεροσκάφος. Ο δημοσιογράφος δεν της έδωσε σαφή απάντηση. Όταν η μητέρα έμαθε την αλήθεια και κατέρρευσε, οι κάμερες παρέμειναν στραμμένες επάνω της.
Κανένα ουσιαστικό μέτρο δεν φαίνεται να λήφθηκε για την απομάκρυνση των συνεργείων από τον χώρο όπου βρίσκονταν οι συγγενείς. Η ανάγκη των ανθρώπων αυτών για ιδιωτικότητα και προστασία υποχώρησε μπροστά στη δύναμη της «ζωντανής εικόνας».
Η ίδια πρακτική συνεχίστηκε τις επόμενες ημέρες. Οι κάμερες μπήκαν σε σπίτια, κατέγραψαν μοιρολόγια, ακολούθησαν τις οικογένειες στο Γραμματικό, περίμεναν την άφιξη των σορών και βρέθηκαν στις κηδείες. Η θλίψη μετατράπηκε σε διαρκές τηλεοπτικό προϊόν.

Η παραβίαση των δικαιωμάτων των παιδιών
Ιδιαίτερα σοβαρές ήταν και οι παραβιάσεις που αφορούσαν ανηλίκους. Φωτογραφίες παιδιών που είχαν χάσει γονείς ή άλλα συγγενικά πρόσωπα δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και προβλήθηκαν στην τηλεόραση.
Σε μία από τις πιο ακραίες περιπτώσεις, εφημερίδα δημοσίευσε αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο ανήλικης μαθήτριας, σελίδες του οποίου είχαν εντοπιστεί στα συντρίμμια. Το περιεχόμενο αφορούσε προσωπικά συναισθήματα, οικογενειακές σχέσεις και τις σχολικές επιδόσεις του παιδιού — ζητήματα χωρίς καμία σχέση με τα αίτια ή τις συνθήκες της τραγωδίας.
Μαζί με τα αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες των σελίδων, στις οποίες φαινόταν ακόμη και ο γραφικός χαρακτήρας της μαθήτριας. Ήταν μια αδικαιολόγητη εισβολή στον πιο προσωπικό χώρο ενός παιδιού που δεν βρισκόταν πλέον στη ζωή για να υπερασπιστεί το δικαίωμά του στην ιδιωτικότητα.
Η ανθρώπινη ιστορία μπορεί να αποτελεί σημαντικό τμήμα ενός δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη δημοσιοποίηση κάθε προσωπικού αντικειμένου ή εξομολόγησης που εντοπίζεται στον τόπο μιας καταστροφής.
Η φωτογραφία που προκάλεσε αποτροπιασμό
Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε η απόφαση του «Φιλελεύθερου» να δημοσιεύσει φωτογραφίες από τον τόπο της συντριβής, στις οποίες διακρίνονταν απανθρακωμένες σοροί.
Η εφημερίδα δέχθηκε εκατοντάδες διαμαρτυρίες. Την επόμενη ημέρα επιχείρησε να αιτιολογήσει την επιλογή της, ισχυριζόμενη ότι στόχος ήταν να αποτυπωθεί το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής και να σταλεί το μήνυμα ότι τέτοιες τραγωδίες δεν πρέπει να επαναληφθούν.
Το επιχείρημα δεν έπεισε. Η δημοσίευση μιας φρικιαστικής εικόνας δεν συνέβαλλε στην κατανόηση των αιτιών της τραγωδίας ούτε στην αποτροπή ενός νέου ατυχήματος. Αντίθετα, προκάλεσε επιπρόσθετο πόνο στις οικογένειες, οι οποίες γνώριζαν ότι ανάμεσα στις εικονιζόμενες σορούς μπορούσε να βρίσκεται ο δικός τους άνθρωπος.
Το Reuters, στο οποίο ανήκε η φωτογραφία, διευκρίνισε αργότερα ότι την είχε διαθέσει στους συνδρομητές του με προειδοποίηση προς τους αρχισυντάκτες για το φρικιαστικό περιεχόμενό της. Η τελική ευθύνη της δημοσίευσης ανήκε, επομένως, στο μέσο που επέλεξε να τη χρησιμοποιήσει.
Από την έρευνα στην ανεξέλεγκτη σεναριολογία
Ήταν απολύτως θεμιτό τα μέσα ενημέρωσης να ερευνήσουν τα αίτια της συντριβής και τις ενδεχόμενες ευθύνες της εταιρείας και των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών. Η δημοσιογραφική έρευνα αποτελεί ουσιαστικό μηχανισμό λογοδοσίας, ιδιαίτερα όταν μία καταστροφή δεν είναι αποτέλεσμα φυσικού φαινομένου αλλά ανθρώπινων λαθών και παραλείψεων.
Η έρευνα, όμως, άρχισε να συνυπάρχει με την αχαλίνωτη σεναριολογία. Τρομοκρατική ενέργεια, αεροπειρατεία, δολοφονία των πιλότων, κατάρριψη από τα F-16 και άλλες εκδοχές μεταδόθηκαν προτού υπάρξουν επαρκή στοιχεία.
Η καθυστέρηση στον εντοπισμό και την ταυτοποίηση της σορού του κυβερνήτη γέννησε ακόμη πιο ακραίες θεωρίες. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι ο πιλότος ήταν τρομοκράτης, ότι κατέστρεψε τα συστήματα και εγκατέλειψε το αεροσκάφος με αλεξίπτωτο ή ακόμη ότι άνοιξε τρύπα στο πιλοτήριο για να διαφύγει. Άλλοι μίλησαν για συμπλοκή των δύο πιλότων.
Παράλληλα, δημοσιεύθηκαν στοιχεία για την προσωπική και οικογενειακή ζωή του κυβερνήτη, όπως και ισχυρισμοί πρώην συναδέλφων του για τον χαρακτήρα και την επαγγελματική του επάρκεια. Ο νεκρός μετατράπηκε σε ύποπτο, χωρίς να μπορεί να απαντήσει και χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες.
Ανυπόστατες ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένες καταγγελίες διατυπώθηκαν και εναντίον πολιτικών προσώπων. Σε μια περίπτωση, δημοσίευμα περί διαπλοκής πρώην υπουργών με την εταιρεία οδήγησε σε δημόσιες απολογίες. Το παράδοξο ήταν ότι, ενώ ο αρχικός συντάκτης απολογούνταν, το ίδιο ρεπορτάζ αναπαραγόταν αλλού και παρουσιαζόταν ως νέα αποκάλυψη.
Η καταδικαστική απόφαση της Επιτροπής Δεοντολογίας
Ο όγκος των παραπόνων υποχρέωσε την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας να εξετάσει συνολικά τη συμπεριφορά των μέσων. Η διαπίστωσή της ήταν ιδιαίτερα αυστηρή.
Η Επιτροπή κατέγραψε έλλειψη ευαισθησίας απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, αχρείαστη παρέμβαση σε ιδιωτικές στιγμές πένθους, μετάδοση ανακριβών πληροφοριών, σύγχυση μεταξύ γεγονότων και σχολίων, παραβίαση του δικαιώματος απάντησης και καταστρατήγηση του τεκμηρίου της αθωότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην προβολή και δημοσίευση στοιχείων που αφορούσαν παιδιά. Η Επιτροπή επισήμανε, επίσης, ότι η απλή αναμετάδοση μιας πληροφορίας από άλλο μέσο δεν απαλλάσσει τον δημοσιογραφικό οργανισμό από την υποχρέωση να ελέγξει την ακρίβεια και τη νομιμότητά της.
Ξεχωριστή απόφαση εκδόθηκε για τη φωτογραφία της απανθρακωμένης σορού. Η δημοσίευσή της χαρακτηρίστηκε σοβαρότατη παραβίαση της δεοντολογίας και απαράδεκτη έλλειψη ευαισθησίας.
Την εμπορευματοποίηση του πόνου επέκρινε δημόσια και ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος, επισημαίνοντας ότι οι ιδιωτικές στιγμές οδύνης δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για λόγους εντυπωσιασμού.

Ένα μάθημα που παραμένει επίκαιρο
Η κάλυψη της τραγωδίας της «Ήλιος» υπήρξε μια από τις πιο δύσκολες αλλά και πιο αποκαλυπτικές στιγμές για την κυπριακή δημοσιογραφία. Τα μέσα ανταποκρίθηκαν γρήγορα και κινητοποίησαν σημαντικούς πόρους. Η ταχύτητα, όμως, δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από την απαιτούμενη επαγγελματική ωριμότητα.
Η διαχείριση μιας κρίσης δεν μετριέται μόνο από το πόσο γρήγορα θα μεταδοθεί μια είδηση. Μετριέται και από το πόσες ανακριβείς πληροφορίες θα συγκρατηθούν, πόσες φήμες θα απορριφθούν και πόσοι ευάλωτοι άνθρωποι θα προστατευθούν από την αδιάκριτη έκθεση.
Ο δημοσιογράφος δεν είναι απλός μεταφορέας όσων ακούγονται. Οφείλει να ελέγχει, να αξιολογεί, να διασταυρώνει και, όταν δεν γνωρίζει, να δηλώνει με σαφήνεια ότι μια πληροφορία παραμένει ανεπιβεβαίωτη. Η άγνοια δεν καλύπτεται με σενάρια και ο κενός τηλεοπτικός χρόνος δεν δικαιολογεί την αναπαραγωγή κάθε φήμης.
Πάνω απ’ όλα, η δημοσιογραφία οφείλει να αναγνωρίζει ότι ο ανθρώπινος πόνος δεν αποτελεί δημόσιο θέαμα. Η ενημέρωση μπορεί να είναι πλήρης χωρίς να συνθλίβει την αξιοπρέπεια των θυμάτων και των συγγενών τους. Η κάμερα δεν αποκτά δικαίωμα παρουσίας μόνο και μόνο επειδή μπορεί τεχνικά να φτάσει σε έναν χώρο.
Είκοσι ένα χρόνια μετά, το περιβάλλον της ενημέρωσης έχει αλλάξει δραματικά. Η τηλεόραση δεν είναι πλέον ο μοναδικός φορέας της εικόνας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να μεταδώσουν μια φήμη, μια φωτογραφία ή ένα βίντεο σε εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε λίγα λεπτά. Αυτό καθιστά τα διδάγματα της τραγωδίας ακόμη πιο επίκαιρα.
Η 14η Αυγούστου 2005 δεν πρέπει να παραμένει στη συλλογική μνήμη μόνο ως ημέρα εθνικού πένθους. Πρέπει να λειτουργεί και ως σημείο αναφοράς για μια δημοσιογραφία που, μπροστά στην καταστροφή, οφείλει να επιλέγει την ακρίβεια αντί της ταχύτητας, την τεκμηρίωση αντί της φημολογίας και τον σεβασμό αντί του εντυπωσιασμού.
Γιατί σε μια μεγάλη τραγωδία η πρώτη αποστολή της ενημέρωσης είναι να αναζητήσει την αλήθεια. Η δεύτερη, εξίσου σημαντική, είναι να μην προκαλέσει ακόμη περισσότερο πόνο.

