Η ζωή ανάμεσα σε δύο πατρίδες και αμέτρητα εμπόδια

Στην Κύπρο βρήκε το σπίτι της, τους φίλους της, τις σπουδές της και τη δουλειά της. Όμως, κάθε χρόνο βρίσκεται αντιμέτωπη με τις ίδιες χρονοβόρες διαδικασίες για την ανανέωση της άδειας παραμονής, περιορισμούς στην εργασία και εμπόδια που δεν αντιμετωπίζουν οι Κύπριοι πολίτες. Η μαρτυρία της Κ.Χ. φωτίζει μια λιγότερο ορατή πλευρά της ζωής των μεταναστών τρίτων χωρών: εκείνη της καθημερινής προσπάθειας να χτίσουν το μέλλον τους σε μια χώρα που αγαπούν, αλλά συχνά δεν τους αντιμετωπίζει ως ισότιμους

Της Άννας Σωτηριάδου*

Η Κ.Χ. έφτασε στην Κύπρο από την Αίγυπτο σε ηλικία 12 ετών. Σήμερα είναι φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής και εργάζεται παράλληλα ως σχεδιάστρια σε showroom επίπλων. Παρότι έχει χτίσει τη ζωή της στην Κύπρο, η καθημερινότητά της εξακολουθεί να σημαδεύεται από γραφειοκρατικά εμπόδια, περιορισμούς και διακρίσεις που, όπως λέει, επηρεάζουν σημαντικά τις επιλογές και τις προοπτικές της.

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ήταν η γλώσσα. Όταν εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, δεν γνώριζε επαρκώς ελληνικά, γεγονός που δυσχέραινε την επικοινωνία με τους συμμαθητές της και την έκανε συχνά στόχο χλευασμού.

«Θυμάμαι στο δημοτικό να με κοροϊδεύουν και να με βρίζουν στα ελληνικά χωρίς να ξέρω ότι ήταν βρισιές, καθώς μου έλεγαν ότι ήταν καλές λέξεις ενώ στην πραγματικότητα με κορόιδευαν», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ωστόσο, οι δυσκολίες δεν περιορίστηκαν στα σχολικά της χρόνια. Όπως εξηγεί, μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει προβλήματα που συνδέονται με το μεταναστευτικό καθεστώς και τις διαδικασίες που απαιτούνται για την παραμονή της στη χώρα.

Η γραφειοκρατία ως καθημερινό εμπόδιο

Ιδιαίτερη κριτική ασκεί στον τρόπο λειτουργίας των αρμόδιων υπηρεσιών για την έκδοση και ανανέωση των αδειών παραμονής. Περιγράφει ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από καθυστερήσεις και έλλειψη συντονισμού, σημειώνοντας ότι η βελτίωση της οργάνωσης και η επίλυση χρόνιων προβλημάτων δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα.

«Φαίνεται ξεκάθαρα πως η καλύτερη οργάνωση του συστήματος και η επίλυση προβλημάτων που προκαλούν άλλα προβλήματα είναι το τελευταίο πράγμα που τους ενδιαφέρει», υποστηρίζει.

Η ίδια χαρακτηρίζει το σύστημα έκδοσης αδειών διαμονής «ηλίθιο και ανοργάνωτο», υποστηρίζοντας ότι συχνά ούτε οι ίδιες οι κρατικές υπηρεσίες δεν αναγνωρίζουν τις διαδικασίες που εφαρμόζει το κράτος.

Όπως εξηγεί, η άδεια διαμονής έχει διάρκεια ενός έτους και απαιτεί ετήσια ανανέωση. Μέχρι όμως να εκδοθεί η νέα κάρτα, οι κάτοχοί της βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά περιορισμών. Η ίδια αναγκάστηκε να μεταθέσει την εξέταση για την άδεια οδήγησής της, καθώς δεν είχε ακόμη παραλάβει τα απαραίτητα έγγραφα, ενώ επισημαίνει ότι δεν μπορεί να ταξιδέψει ελεύθερα στο εξωτερικό χωρίς την απαιτούμενη βίζα.

Σε αρκετές περιπτώσεις, προσθέτει, η κάρτα παραμονής εκδίδεται τόσο αργά ώστε φτάνει στα χέρια των δικαιούχων μόλις δύο ή τρεις μήνες πριν λήξει, αναγκάζοντάς τους να ξεκινούν σχεδόν αμέσως εκ νέου τη διαδικασία ανανέωσης.

Μετά την υποβολή της αίτησης, οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν μια απόδειξη που πιστοποιεί ότι η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Θεωρητικά, το έγγραφο αυτό θα έπρεπε να διευκολύνει την πρόσβασή τους σε διάφορες υπηρεσίες. Στην πράξη όμως, σύμφωνα με την Κ.Χ., συχνά δεν αναγνωρίζεται.

«Πολλές υπηρεσίες δεν αναγνωρίζουν το ίδιο το σύστημα του κράτους και δεν γίνεται δεκτή από άλλες υπηρεσίες της ίδιας κυβέρνησης, με αποτέλεσμα να γίνεται δυσκολότερη η ζωή μας», σημειώνει.

Η φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής θεωρεί ότι η κρατική στήριξη προς τους μετανάστες τρίτων χωρών είναι περιορισμένη. Παρατηρεί ότι οι πρόσφυγες πολέμου λαμβάνουν συχνότερα οικονομική και στεγαστική βοήθεια, κάτι που, όπως λέει, δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για τους μετανάστες.

Δυσκολίες, όπως αναφέρει, συνάντησε και στην αγορά εργασίας. Παρότι εργάζεται ως σχεδιάστρια επίπλων, η εργοδότριά της ενημερώθηκε κατά την εγγραφή της στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι, ως φοιτήτρια από τρίτη χώρα, δεν δικαιούται να εργάζεται στη συγκεκριμένη θέση.

Η λίστα επαγγελμάτων που επιτρέπονται σε φοιτητές τρίτων χωρών περιλαμβάνει κυρίως χαμηλά αμειβόμενες και χειρωνακτικές εργασίες, όπως καθαριστές, διανομείς, εργάτες και προσωπικό αποκομιδής απορριμμάτων.

«Είναι οι κατώτερες των κατωτέρων δουλειές», σχολιάζει.

Τελικά, για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η διαδικασία εγγραφής της, η εργοδότριά της αναγκάστηκε να τη δηλώσει ως καθαρίστρια, παρότι στην πραγματικότητα εργάζεται ως σχεδιάστρια.

Εμπόδια συνάντησε και κατά την εισαγωγή της στο πανεπιστήμιο. Παρόλο που η δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση είναι δωρεάν για τους Κύπριους πολίτες, οι φοιτητές από τρίτες χώρες καλούνται να καταβάλουν δίδακτρα που, όπως αναφέρει, φτάνουν περίπου τις 9.000 ευρώ ετησίως. Η ίδια κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει υποτροφία και απαλλαγή από τα δίδακτρα.

Σε ό,τι αφορά την υγειονομική περίθαλψη, σημειώνει ότι έχει πρόσβαση στο ΓεΣΥ μέσω της εργασίας και της εγγραφής της στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι πολλοί μετανάστες καλούνται να πληρώνουν ακόμη και για βασικές ιατρικές εξετάσεις ή φαρμακευτική αγωγή.

Παρά τα χρόνια παραμονής της στην Κύπρο, η απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας παραμένει μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία. Όπως εξηγεί, απαιτείται επιτυχία σε εξετάσεις γλώσσας και πολιτισμού, οι οποίες έχουν οικονομικό κόστος, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας ο ενδιαφερόμενος καλείται να πληρώσει εκ νέου για να επαναλάβει τις εξετάσεις.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, το συνολικό κόστος της διαδικασίας μπορεί να ξεπεράσει τα 500 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται τα έξοδα των εξετάσεων. Ακόμη όμως και όταν ολοκληρωθούν όλα τα απαιτούμενα βήματα, η αναμονή για την έκδοση ταυτότητας μπορεί να διαρκέσει μέχρι και οκτώ χρόνια.

Η ίδια αναφέρει ακόμη ότι η οικογένειά της, παρά το γεγονός ότι είναι πολύτεκνη, δεν προχώρησε σε αίτηση για λήψη Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, καθώς θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά μελλοντική αίτηση πολιτογράφησης.

Νιώθει Κύπρια, αλλά παραμένει ξένη στα χαρτιά

Αναφερόμενη στη στάση της κοινωνίας απέναντι στους μετανάστες, υποστηρίζει ότι η αποδοχή συχνά εξαρτάται από παράγοντες όπως η καταγωγή, η θρησκεία και η εξωτερική εμφάνιση.

Όπως σημειώνει, κάποιοι μετανάστες γίνονται πιο εύκολα αποδεκτοί από άλλους. Η ίδια θεωρεί ότι το γεγονός πως είναι χριστιανή και δεν ξεχωρίζει εμφανισιακά ως ξένη λειτουργεί συχνά υπέρ της.

Παρά τις δυσκολίες που έχει βιώσει, η Κύπρος αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς της. Δεν τη θεωρεί δεύτερη πατρίδα, αλλά μια χώρα στην οποία αισθάνεται ότι ανήκει εξίσου με την Αίγυπτο.

«Παρόλο που ζω στην Κύπρο λιγότερα χρόνια σε σχέση με την Αίγυπτο, πλέον νιώθω ότι ανήκω εδώ», λέει.

Το μόνο που θα ήθελε να δει να αλλάζει είναι η δημιουργία ενός πιο οργανωμένου συστήματος και η διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους.

Η προσωπική της ιστορία φωτίζει τις δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολλοί μετανάστες τρίτων χωρών στην Κύπρο. Μια πορεία που δεν σταματά με την εγκατάσταση σε μια νέα χώρα, αλλά συνεχίζεται καθημερινά μέσα από μικρές και μεγάλες μάχες προσαρμογής.

«Κάθε χρόνο ανακαλύπτω κι άλλα πράγματα που δεν μπορώ να κάνω», καταλήγει.

Παρά τα εμπόδια, συνεχίζει να σπουδάζει, να εργάζεται και να σχεδιάζει το μέλλον της στην Κύπρο, τη χώρα που πλέον αποκαλεί σπίτι της

*Η Άννα Σωτηριάδου είναι φοιτήτρια δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Latest news
Related news