Ένα εισιτήριο πίσω στον χρόνο
Για πολλές γενιές κοντά στη δική μου, η χθεσινή είσοδος στις πύλες του ΟΑΚΑ ήταν ένα τσεκαρισμένο εισιτήριο σε μηχανή του χρόνου. Ένα ελιξίριο νιότης.
Άνθρωποι που βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη σύνταξη παρά στην ενηλικίωση ξέχασαν, για δύο ώρες, την ηλικία τους και τις ξεθωριασμένες τους τρίχες, δοκιμάζοντας με ένα παρατεταμένο crash test τις αντοχές του σβέρκου τους. Headbanging το λέμε διεθνώς — μαλλιά να είχαμε να το ζούσαμε ολοκληρωμένα.


Για δύο ώρες, οι Metallica αψήφησαν κι εκείνοι τη δική τους ηλικία και απελευθέρωσαν μια ενέργεια αντίστοιχη με εκείνη που θυμάμαι — ανήλικος και αμούστακος τότε — στη Νέα Σμύρνη το 1993.
Ναι, υπήρξαν τεχνικές αστοχίες. Υπήρξαν στιγμές χωρίς συγχρονισμό, νότες που ξέφυγαν και άλλες που παραλείφθηκαν. Όμως, στο σύνολο της εμπειρίας, αυτά ήταν απλώς πταίσματα. Οι τέσσερις αυτοί καλλιτέχνες, με τον καθένα να κουβαλά στην πλάτη του περισσότερα από 60 χρόνια ζωής, κατέθεσαν την ψυχή και την ενέργειά τους λες και αυτή ήταν η τελευταία συναυλία της ζωής τους.
Μια τελετουργία για ολόκληρη γενιά
Χθες το βράδυ στο ΟΑΚΑ δεν έγινε απλώς μια συναυλία. Έγινε κάτι ανάμεσα σε συλλογική μνήμη και τελετουργία ενηλικίωσης για μια ολόκληρη γενιά που μεγάλωσε με ξεχαρβαλωμένα CD να διαδέχονται τιμημένα βινύλια, κασέτες αντιγραμμένες από φίλους και το “Master of Puppets” να παίζει σε δωμάτια με αφίσες κολλημένες με τυλιγμένο σελοτέιπ.

Οι Metallica δεν εμφανίστηκαν σαν «βετεράνοι» που ήρθαν να τσεκάρουν άλλη μία στάση περιοδείας και να τσιμπήσουν τα μύριά τους. Πάτησαν τη σκηνή σαν μπάντα που ακόμα διψά να αποδείξει πράγματα — όχι σαν μπάντα που είναι ήδη μύθος. Και το κοινό ανταπέδωσε με χαρακτηριστικό οπαδιλίκι. Με εκείνο το μείγμα χάους, συγκίνησης και σχεδόν ποδοσφαιρικής λατρείας.
Υπήρχε μια στιγμή — κάπου ανάμεσα στις πρώτες κραυγές του James Hetfield και στο κύμα από κινητά που φωτίστηκαν μηχανικά — που καταλάβαινες ότι αυτό το live δεν αφορούσε μόνο τη μουσική. Αφορούσε τον χρόνο.
Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κοιτούσαν τέσσερις τύπους που κουβαλούν πάνω τους σαράντα χρόνια κουλτούρας, θυμού, εφηβείας και επιβίωσης.

Το θέαμα και η αίσθηση του γκαράζ
Το εντυπωσιακό δεν ήταν μόνο η τεράστια, πανάκριβη παραγωγή ή η σκηνή 360 μοιρών — που ήταν, δίχως άλλο, εντυπωσιακή. Το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι, παρά το μέγεθος του θεάματος, οι Metallica κατάφερναν να δίνουν την αίσθηση πως παίζουν σε ένα υπόγειο γκαράζ μπροστά σε πενήντα φίλους που ιδρώνουν μαζί τους.
Ίσως γι’ αυτό το ΟΑΚΑ έμοιαζε λιγότερο με στάδιο και περισσότερο με έναν τεράστιο μεταλλικό παλμό που ανέπνεε στον ίδιο ρυθμό.

Ο Ζορμπάς, οι Τρύπες και η ελληνική στιγμή
Στη διάρκεια του παραδοσιακού “doodle” των Kirk Hammett και Robert Trujillo, οι Metallica απέτισαν φόρο τιμής στην Ελλάδα παίζοντας το θέμα του «Ζορμπά» του Mίκη Θεοδωράκη, με τον κόσμο να το υποδέχεται αρχικά με χαμόγελα και έπειτα με ενθουσιασμό.
Λίγο αργότερα, οι δύο μουσικοί έπαιξαν και μέρος από το «Δεν χωράς πουθενά» των Tρύπες.
Φαντάζομαι τον Γιάννη Αγγελάκα και τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος τη στιγμή που συνειδητοποίησαν πως η απόλυτη αναγνώριση δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από μια συνειδητή επιλογή από ανθρώπους που αποτελούν ήδη μύθο. Πόσο να το χάρηκαν άραγε;

Όταν η μουσική γίνεται κοινή μνήμη
Οι Metallica παραμένουν πολιτισμικό φαινόμενο και όχι απλώς μια «μεγάλη μπάντα». Όχι επειδή πούλησαν εκατομμύρια δίσκους, αλλά επειδή κατάφεραν να πουλήσουν την ψευδαίσθηση πως το μοίρασμα της μουσικής είναι μια αμφίδρομη διαδικασία. Ότι οι ιστορίες φτιάχνουν τα τραγούδια την ίδια στιγμή που τα τραγούδια γράφουν ιστορία. Ότι η καλλιτεχνική ενέργεια που ντύνεται στιχουργικά με οργή μπορεί να γεράσει χωρίς να ξεφτίσει.
Χθες στο γήπεδο είδα πενηντάρηδες να ουρλιάζουν σαν έφηβοι δίπλα στα έφηβα παιδιά τους. Είδα πιτσιρικάδες να μυούνται στην έννοια του live όταν αυτό πραγματοποιείται από έναν μύθο. Και ανθρώπους που ίσως να μην έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους να τραγουδούν τους ίδιους στίχους σαν σύνθημα από σκοπιά σε φανταριλίκι που δεν ξέχασαν ποτέ.
Μόνο όταν έσβησαν τα φώτα καταλάβαμε γιατί αυτό που συνέβη θα μείνει στη μνήμη: επειδή, για δυόμισι περίπου ώρες, ο πραγματικός κόσμος έξω από το στάδιο είχε σταματήσει να υπάρχει.
Νίκος Κατσαρός

