Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα κείμενο διαμαρτυρίας. Μία ανάρτηση στο «Πού πήγαμε και δεν μας άρεσε», κάτω από την οποία θα συγκεντρώνονταν υπερασπιστές και πολέμιοι για να επιδοθούν στο εθνικό μας σπορ: το ξεκατίνιασμα.
Ωστόσο, στην πραγματικότητα αυτό εδώ είναι ένα κείμενο περισσότερο προβληματισμού και ανησυχίας.
Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Πήγα λοιπόν στην ψησταριά γνωστής αλυσίδας φούρνων στη Λευκωσία και πήρα κάτι άλλο και μία μερίδα λουβί. Αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία. Μία κανονική μερίδα λουβί με τα λάχανα.
Πάνω έγραφε «Louvi Kypriako». Και όχι τυχαία, αν κοιτάξεις λίγο πιο κάτω και δεις την τιμή.
7 ευρώ.

Σκέφτηκα πως λογικά δεν είναι απλά μία μερίδα λουβί με καταγωγή, αλλά μία μερίδα σπουδαγμένο λουβί, με μεταπτυχιακό, το οποίο στα νιάτα του έκανε μαθήματα πιάνου και από ξένες γλώσσες μάθαινε λατινικά, έτσι για την ιστορική εσάνς.
Ρωτάω το παιδί στο ταμείο (διότι εκεί είδα την τιμή):
— Κάνει 7 ευρώ η μερίδα το λουβί;
Και μου απαντάει κατά λέξη:
— Ναι, η κανονική.
Και μου το διευκρίνησε ότι η τιμή αφορά την κανονική μερίδα για να μην θεωρήσω – φαντάζομαι – ότι 7 ευρώ κάνει η μικρή και το θεωρήσω υπερβολικό.
Καταλαβαίνω πως από μέσα του και ο ίδιος ίσως να νιώθει άβολα να το εξηγεί, διότι ίσως και ο ίδιος να βρίσκει υπερβολική την τιμή για μία μερίδα λουβί. Καταλαβαίνω πως ο υπάλληλος που χτυπάει την ταμειακή δεν φέρει καμία ευθύνη και γι’ αυτό δεν είπα και τίποτα περισσότερο. Πήρα τη μερίδα με το …σπουδαγμένο λουβί και έφυγα.
Τώρα: κάποιος θα μου πει πως το κυπριακό λουβί είναι πολύ πιο ακριβό από το εισαγόμενο και πως εν μέρει αυτή η τιμή δικαιολογείται. Και εγώ θα του πω πως: Όχι.
Ακόμη κι αν, χάριν της συζήτησης, δεχθώ ότι το κυπριακό λουβί είναι όντως πιο ακριβό από τα άλλα και ακόμη κι αν συμπεριλάβω στην εξίσωση όλα τα άλλα έξοδα — λειτουργικά, μαγείρεμα και τα λοιπά που του αναλογούν — και πάλι δεν δικαιολογούν μία μερίδα να στοιχίζει 7 ευρώ σε take away ψησταριάς φούρνου.
Αλλά και αν δεχόμουν ότι εγώ είμαι υπερβολικός και ότι το κόστος του δικαιολογεί την τελική τιμή, η ερώτηση θα μπορούσε να είναι η εξής:
Όταν απευθύνεσαι σε ένα φάσμα πελατών, καθημερινών ανθρώπων της διπλανής πόρτας — συμπεριλαμβανομένων και μεροκαματιάρηδων που τα βγάζουν πέρα δύσκολα ή έστω όχι πολύ εύκολα — γιατί δεν επιλέγεις ως πρώτη ύλη μία ποικιλία οσπρίου που να μην αναγάγει την τιμή του σε επίπεδα μισού μεροκάματου;

Σε ποιον απευθύνεται ένας φούρνος όταν πουλάει μία (όχι και τόσο μεγάλη) μερίδα οσπρίων 7 ευρώ; Σίγουρα όχι στον πολύ κόσμο και σίγουρα δείχνει να μην έχει στενή επαφή με τον παλμό της εποχής.
Το επιχείρημα που θα αντιμετωπίσω είναι σίγουρα εκείνο που λέει:
“Δεν έχουν μονοπώλιο στο λουβί. Πουλάνε όσο θέλουν το δικό τους και, αν θέλεις, αγοράζεις. Δεν σε υποχρέωσε κανένας. Φτιάξε μόνος σου λουβί με τα λάχανα.“
Πολύ σωστά. Και γι’ αυτό ξεκίνησα ξεκαθαρίζοντας ότι αυτό δεν είναι ένα κείμενο διαμαρτυρίας αλλά ένα κείμενο προβληματισμού.
Αν ένας φούρνος που δεν απευθύνεται σε κάποιο κλειστό κλαμπ εκατομμυριούχων δεν βλέπει τίποτα περίεργο σε μία μερίδα οσπρίων των 7 ευρώ, τότε ίσως το θέμα να μην είναι το λουβί.
Ίσως το θέμα να είναι ότι η «κανονικότητα» μετακινείται σιγά σιγά σε ένα σημείο όπου ο πολύς ο κόσμος απλώς δεν θα χωρά.


