H Αθήνα είναι μία πολύ ιδιαίτερη πόλη. Μία πόλη που σε ορισμένα σημεία της αποπνέει πολιτισμό και ζωντανή ιστορία και σε άλλα είναι σοκαριστικά τραχιά, κυνική και πολλές φορές απάνθρωπη.
Στην Αθήνα έχω ζήσει τα πολύ μικρά μου χρόνια, όπως και τα πρώτα 15 χρόνια της ενήλικης ζωής μου. Πλέον ζω μακριά της με μία σχετική ανακούφιση. Την οποία μου τη δικαιολογεί η ίδια η πόλη κάθε φορά που την επισκέπτομαι από καιρού εις καιρόν. Διότι όσο κι αν αγαπάω πολλά σημεία της, είναι άλλα τόσα που μου θυμίζουν γιατί τη θεωρώ μία σκληρή πόλη για να ζεις.
Πρόσφατα την επισκέφθηκα μετά από πολύ καιρό. Είχα να πάω πάνω από δυόμιση χρόνια. Και περπατώντας την, τα θυμήθηκα όλα από την αρχή. Και γιατί την αγαπώ και γιατί δεν την αντέχω…
==========

Αυτός ο κύριος καθόταν στο παγκάκι, στην έξοδο του σταθμού Μετρό στο Σύνταγμα. Δεν κρατούσε κινητό για να σερφάρει, ούτε καμία εφημερίδα για να μάθει για το ντέρμπι της προηγούμενης ημέρας. Καθόταν και παρατηρούσε τον κόσμο που περνούσε από μπροστά του και λιαζόταν.
Όπως βγήκαμε από το μετρό και πριν τον προσπεράσω, τον πλησίασε μία κυρία και του έδωσε ένα νόμισμα. Εκείνος το κοίταξε, χαμογέλασε και της το έδωσε πίσω.
«Δεν χρειάζομαι χρήματα», της είπε. Εκείνη το πήρε πίσω κατακόκκινη από τη λάθος εκτίμησή της και εκείνος γύρισε από την άλλη εξακολουθώντας να χαμογελά. Έκανε μία παύση και πριν προλάβει να φύγει η κυρία “εκμεταλλεύτηκε” τη συγκυρία και της είπε: «Αν σου περισσεύει το ευρώ, εκεί δίπλα στο Everest την στήνει συχνά ένας που πεινάει. Δώσ’ το σε κείνον».
Και η κυρία έφυγε προς τα κει. Και έφυγα κι εγώ για πιο κάτω…
===========

Αυτός ήταν ένας άστεγος άντρας στην Ομόνοια. Αυτό το σωρό με τις σακούλες δίπλα του είναι πιθανότατα όλο του το βιος. Δεν είχε ποτηράκι για ψιλά. Τραγουδούσε το «Σ’ αγαπώ γιατί είσ’ ωραία». Μόνο το ρεφρέν, σε επανάληψη. Τεχνικά δηλαδή δεν ζητιάνευε αλλά αντάλλασσε τις υπηρεσίες του ως μουσικός του δρόμου με ό,τι βόλευε τον καθένα.
Η φωνή του ήταν ταλαιπωρημένη και, για να λέμε και την αλήθεια, όχι και η πιο μελωδική ή «σωστή» που έχεις ακούσει. Αυτή είχε, αυτήν αντάλλασσε για μερικά ψιλά. Τίμια.
Στις ανάσες του έπινε από ένα μπουκαλάκι λίγο νερό. εναλλάξ από ένα άλλο γυάλινο το οποίο είχε κάτι πιο σκούρο και απροσδιόριστο μέσα…
===========

Αυτός είναι ένας μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος. Δεν ξέρω αν είναι εμφανές από τη φωτογραφία αλλά ήταν σίγουρα 70άρης. Έμοιαζε ταλαιπωρημένος και εξουθενωμένος. Έκλειναν τα μάτια του κάθε τόσο. Πιθανότατα επέστρεφε στο σπίτι μετά από δουλειά.
Η κυρία πίσω, από τη στιγμή που μπήκε στο βαγόνι του ηλεκτρικού, ξεκίνησε τη μουρμούρα. Δεν απευθύνθηκε ευθέως στον άνθρωπο αλλά ήταν σαφές ότι αυτά που έλεγε αφορούσαν εκείνον. «Να κάθονται “αυτοί” στις θέσεις και όχι εμείς. Που καταντήσαμε. Μαζεύτηκαν τόσοι που δεν τολμάς να μιλήσεις». Ρωτούσε το παιδί που ήταν μαζί της αν είναι σωστό αυτό και εκείνος άβολα συμφωνούσε με νοήματα.
Ο άνθρωπος που καθόταν, λογικά δεν καταλάβαινε πολλά ελληνικά, διότι δεν έδειξε να τον ανησυχεί η έμμεση επίθεση της κυρίας. Ελληνικά καταλάβαινε ο νεαρός δίπλα του, του οποίου φαίνεται το μανίκι. Της πρότεινε να κάτσει στη δική του θέση.
«Δεν είπα για σένα, παλληκάρι μου», του είπε. «Κάτσε εσύ». Ακούστηκε σαν εντολή.
Ο νεαρός δεν την ξαναρώτησε. Γύρισε μπροστά του και κάποια στιγμή κοιταχτήκαμε και συμφωνήσαμε με το βλέμμα ότι τίποτα κακό δεν συνέβαινε εκείνη την ώρα σε εκείνο το βαγόνι.
============

Αυτός είναι ο κύριος Στέλιος. Δεν τον ήξερα. Τον γνώρισα εκεί. Ο κύριος Στέλιος τάιζε περιστέρια στα χέρια του και τους μιλούσε ενώ τα τραβούσε βίντεο με το κινητό στο άλλο χέρι. Τον ρώτησα αν θα τον πείραζε να τον βγάλω μία φωτογραφία. Μου έκανε ένα νόημα με τους ώμους σαν να μου έλεγε: «Δεν με νοιάζει, κάνε ό,τι θέλεις».
Όταν τον ευχαρίστησα για την άδεια, μου είπε ότι αν έπρεπε να τον ευχαριστήσω για κάτι, είναι ότι θα μοιραζόταν μαζί μου το μυστικό της νιότης. Και τότε ξεκίνησε το “σόου”.
Με ενημέρωσε ότι ήταν 72 ετών παρ’ όλο που μοιάζει πιο μικρός από μένα και έχει λιγότερες ρυτίδες (εγώ είμαι 49), μου είπε ότι ήταν οδοντίατρος, πρόλαβε να μου πει ότι έχει παντρευτεί δύο φορές στη ζωή του και ότι γεύτηκε τον έρωτα με πολλές ακόμα κοπέλες και κυρίες — παραδόξως δεν ακουγόταν προσβλητικός ή σεξιστής. Πρόλαβε και μου είπε για μία αιωνόβια Ελβετίδα, της οποίας παράτεινε τη ζωή όταν της είπε το μυστικό του, πρόλαβε και μου είπε για ενδορφίνες, για ταξίδια, για την απώλεια βάρους, για τα ζωάκια που έχει στο σπίτι — γατιά, σκυλιά και όλα τους τα ονόματα. Και πρόλαβε μόνο αυτά επειδή λίγο πιο κάτω χώρισαν οι δρόμοι μας.
Αν αναρωτιέσαι, το μυστικό της μακροζωίας είναι φαρμακευτικό ελαιόλαδο με λεμόνι κάθε πρωί με το που ξυπνάς…
==========

Αυτός τέλος είναι ένας κύριος στην οδό Αθηνάς, κοντά στο Μοναστηράκι. Είχε στημένη μία σκακιέρα μπροστά του και «προκαλούσε» όποιον περαστικό είχε χρόνο να μοιραστούν μία παρτίδα σκάκι.
Δεν ρωτούσε με λόγια. Ούτε καν με νοήματα. Όταν περνούσες από μπροστά του, σε κοίταζε στα μάτια. Μία εσένα, μία τη σκακιέρα. Σαν μυστικό συνθηματικό.
Πήγα λίγο πιο κάτω και στάθηκα και περίμενα να δω αν θα κάτσει κάποιος. Περίμενα περίπου πέντε λεπτά. Ίσως και λιγότερο. Δεν σταμάτησε κανένας αλλά δεν έδειχνε ούτε ανυπόμονος ούτε απογοητευμένος. Σαν να ήταν σίγουρος ότι μία καλή παρτίδα, όπου να ’ναι, θα ερχόταν…
==========
Και κάπως έτσι είναι η Αθήνα τελικά. Μία πόλη που μέσα σε λίγα τετράγωνα μπορεί να σε κάνει να σιχαθείς τον άνθρωπο και, σχεδόν αμέσως μετά, να σου θυμίσει γιατί συνεχίζεις να τον αντέχεις.
Μία πόλη που δεν κρύβει τίποτα. Ούτε την ασχήμια της, ούτε την τρυφερότητά της. Τα αφήνει όλα εκτεθειμένα, σαν τους ανθρώπους της. Κουρασμένους, παράξενους, μοναχικούς, αγενείς, γενναιόδωρους, μπερδεμένους.
Ίσως γι’ αυτό όσοι έζησαν πραγματικά την Αθήνα δύσκολα τη νοσταλγούν ολοκληρωτικά. Αλλά και δύσκολα την ξεχνούν.
Νίκος Κατσαρός

