MICHAEL JACKSON: 17 χρόνια μετά τον θάνατό του – μία γνώμη για την ταινία “Michael” και μία σκέψη για τον άνθρωπο πίσω απ’ τον μύθο

Γράφει ο Νίκος Κατσαρός

Σήμερα, 17 χρόνια μετά τον θάνατο του Michael Jackson, αποφάσισα να γράψω την άποψή μου για το Michael. Όχι σαν ειδικός της μουσικής βιογραφίας, ούτε σαν κάποιος που θέλει να ξαναδικάσει έναν μύθο. Αλλά σαν θεατής που είδε την ταινία, συγκινήθηκε σε σημεία, κουράστηκε σε άλλα και βγήκε από την αίθουσα με την αίσθηση ότι ο Michael Jackson παραμένει αυτό που ήταν πάντα: ένας καλλιτέχνης τεράστιος, ένας άνθρωπος δύσκολος και μια ιστορία που δεν χωρά εύκολα ούτε σε μία ταινία ούτε σε μία καθαρή απάντηση.

Μια ταινία που μου άρεσε. Αλλά δεν μου έφτασε

Το Michael είναι από εκείνες τις ταινίες που βγαίνεις από την αίθουσα και δεν μπορείς εύκολα να πεις «δεν μου άρεσε». Μου άρεσε σε γενικές γραμμές.

Έχει στιγμές που λειτουργεί. Έχει μουσική που δεν γίνεται να μη λειτουργήσει. Έχει εικόνες που, ακόμα κι αν ξέρεις ότι είναι αναπαράσταση, ξυπνούν μέσα σου κάτι από εκείνη την παλιά, παγκόσμια υστερία γύρω από τον Michael Jackson. Εκείνη την εποχή που ένας άνθρωπος με λευκές κάλτσες, μαύρο καπέλο και μισή κίνηση του ώμου μπορούσε να σταματήσει τον πλανήτη. Όχι μεταφορικά. Σχεδόν κυριολεκτικά.

Αλλά το πρόβλημα με μια ταινία για τον Michael Jackson είναι ότι δεν καλείται απλώς να δείξει έναν μεγάλο καλλιτέχνη. Καλείται να μπει σε ένα σύμπαν που έχει μέσα του παιδική κακοποίηση, εμμονή, πατέρα-τύραννο, ιδιοφυΐα, μοναξιά, εκμετάλλευση, πλαστική μυθολογία, μουσική επανάσταση, δημόσια λατρεία, ιδιωτική κατάρρευση και ένα σκοτάδι που κανείς δεν κατάφερε ποτέ να καθαρίσει τελείως.

Και εδώ αρχίζει το θέμα.

Το Michael σε αυτό το πρώτο μέρος μοιάζει να διαλέγει τον πιο ασφαλή δρόμο. Τον δρόμο του παιδιού-θαύματος. Του βασανισμένου μικρού Michael. Του πατέρα που παρουσιάζεται σχεδόν ως η αρχική αμαρτία. Του ταλέντου που γεννήθηκε μέσα στην πίεση. Του παιδιού που δεν πρόλαβε να ζήσει ως παιδί.

Όλα αυτά έχουν βάση. Και ενδιαφέρον. Αλλά κάποια στιγμή ένιωσα ότι η ταινία παραμένει υπερβολικά εκεί. Σαν να κρατάει τον Michael καθηλωμένο στο τραύμα της παιδικής του ηλικίας, ενώ εμείς ξέρουμε —και περιμένουμε— ότι ο πραγματικός σεισμός έρχεται αργότερα.

Και εκεί έπιασα τον εαυτό μου να θέλει να πατήσει skip.

Όχι γιατί βαριόμουν ακριβώς. Αλλά γιατί ήθελα να φτάσουμε εκεί που ο Michael γίνεται Michael. Στο Thriller. Στο Bad. Στη στιγμή που παύει να είναι απλώς το παιδί των Jackson Five και γίνεται κάτι μεγαλύτερο. Κάτι σχεδόν εξωπραγματικό. Ένα προϊόν, ένα φαινόμενο, ένας μύθος, ένας άνθρωπος που εξαφανίζεται μέσα στην ίδια του την εικόνα.

Ο Jaafar Jackson δεν μιμείται απλώς. Σχεδόν μεταβολίζει τον ρόλο

Αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να δει κανείς την ταινία, αυτός είναι ο Jaafar Jackson.

Και εδώ υπάρχει κάτι σχεδόν υπερφυσικό. Διότι όταν ο ανιψιός του Michael Jackson παίζει τον Michael Jackson, η πρώτη αντίδραση είναι καχυποψία. Λες: ωραία, οικογενειακή υπόθεση, προστατευμένη αφήγηση, επίσημη μυθολογία, όλα υπό έλεγχο. Και σε μεγάλο βαθμό αυτό ισχύει για την ταινία. Όμως τον Jaafar δεν μπορείς να τον προσπεράσεις.

Δεν κάνει απλώς μίμηση. Ή μάλλον, κάνει και μίμηση, αλλά όχι μόνο αυτό. Έχει δουλέψει τις κινήσεις, τις παύσεις, το βλέμμα, την ευθραυστότητα, την αμηχανία, εκείνη την παράξενη συνύπαρξη αθωότητας και απόλυτου ελέγχου που είχε ο Michael πάνω στη σκηνή. Είναι εντυπωσιακός χωρίς να γίνεται καρικατούρα. Και αυτό δεν ήταν αυτονόητο.

Γιατί ο Michael Jackson είναι από τις πιο επικίνδυνες φιγούρες για αναπαράσταση. Ένα λάθος tilt του κεφαλιού και πέφτεις στην παρωδία. Ένα λάθος χαμόγελο και γίνεσαι ατραξιόν σε θεματικό πάρκο.

Ο Jaafar, στις καλύτερες στιγμές του, αποφεύγει την παγίδα. Δεν εξαφανίζει τον θείο του, δεν τον «ξεπερνά», δεν κάνει θαύματα. Αλλά τον φέρνει αρκετά κοντά ώστε να πιστέψεις την κινηματογραφική σύμβαση. Και αυτό, για μια τέτοια ταινία, είναι τεράστιο.

Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια η ταινία δεν του δίνει πάντα την ίδια ελευθερία. Εκεί που εκείνος μοιάζει έτοιμος να μπει πιο βαθιά, το σενάριο συχνά τραβά χειρόφρενο. Προτιμά το γεγονός από την ερμηνεία. Τη βιογραφική σημείωση.

Παραείναι βιογραφική. Και αυτό δεν είναι πάντα καλό

Η μεγάλη αδυναμία του Michael είναι ότι πολλές φορές μοιάζει να φοβάται να γίνει ταινία και προτιμά να μείνει βιογραφικό χρονολόγιο.

Πάμε εδώ, μετά εκεί, μετά συνέβη αυτό, μετά γνώρισε εκείνον, μετά ήρθε η επόμενη επιτυχία, μετά η επόμενη σύγκρουση, μετά η επόμενη σκηνή που πρέπει να μπει γιατί την ξέρει το κοινό. Αυτό είναι πάντα το πρόβλημα με τις μουσικές βιογραφίες. Θέλουν να τα χωρέσουν όλα. Να μη θυμώσει κανείς. Να μη λείψει το τραγούδι που περιμένει ο φαν. Να μη χαθεί η χαρακτηριστική στιγμή. Να μη βγεις από την αίθουσα και πεις «μα καλά, δεν έβαλαν αυτό;».

Μόνο που έτσι η ταινία γίνεται κατάλογος.

Το Michael δεν γίνεται απλώς λίστα. Έχει ψυχή σε στιγμές. Έχει ηλεκτρισμό. Έχει σκηνές που σε τραβούν. Αλλά έχει και σημεία όπου η αφήγηση βαραίνει. Το τέμπο πέφτει. Η ταινία γίνεται αργή. Και, για να είμαι δίκαιος, αυτή η αργή κίνηση σε κάποια σημεία εξυπηρετεί. Χτίζει την ατμόσφαιρα. Δείχνει τον εγκλωβισμό. Σε βάζει στο σπίτι, στην πρόβα, στην πίεση, στο βλέμμα του πατέρα.

Σε άλλα σημεία όμως κουράζει.

Όχι γιατί δεν έχει ενδιαφέρον η σχέση του Michael με τον Joe Jackson. Έχει. Και μάλιστα τεράστιο. Αλλά γιατί η ταινία σχεδόν εγκλωβίζεται εκεί. Σαν να λέει: «Αν καταλάβεις τον πατέρα, κατάλαβες τον Michael».

Το μεγάλο λάθος: δύο ταινίες εκεί που ίσως χρειαζόταν μία μνημειώδης

Καταλαβαίνω τη λογική του πρώτου μέρους. Καταλαβαίνω και τη βιομηχανική λογική, να είμαστε ειλικρινείς. Ο Michael Jackson πουλά ακόμη. Ίσως περισσότερο απ’ όσο θα ήθελαν να παραδεχτούν όσοι πιστεύουν ότι η κουλτούρα ακυρώνει εύκολα τους μύθους της.

Όμως κινηματογραφικά, δεν είμαι βέβαιος ότι η απόφαση να σπάσει η ιστορία στα δύο λειτουργεί υπέρ της ταινίας.

Γιατί αυτό το πρώτο μέρος μοιάζει με μακρύ πρόλογο. Έναν εντυπωσιακό, καλοφτιαγμένο, συγκινητικό σε σημεία, αλλά πρόλογο. Περιμένεις να φτάσεις στο κυρίως θέμα και η ταινία τελειώνει ακριβώς όταν νιώθεις ότι ο Michael έχει γίνει πια το τέρας της ποπ κουλτούρας —με την καλή και με την κακή έννοια.

Θα μπορούσε να είναι το μεγάλο κινηματογραφικό πορτρέτο του Michael Jackson. Όχι το πρώτο κεφάλαιο μιας επίσημης αποκατάστασης. Όχι το μισό ενός μύθου. Μία ταινία που να ξεκινά από το παιδί και να φτάνει στον άνθρωπο που κατέρρευσε κάτω από το βάρος της ίδιας του της εικόνας.

Αντί γι’ αυτό, έχουμε μια ταινία που λέει: «Η ιστορία συνεχίζεται».

Ο Michael που θέλουμε να θυμόμαστε και ο Michael που αποφεύγουμε να κοιτάξουμε

Ο Michael Jackson πέθανε στις 25 Ιουνίου 2009. Από τότε πέρασαν χρόνια, άλλαξαν γενιές, άλλαξαν πλατφόρμες, άλλαξε ο τρόπος που ακούμε μουσική, αλλά ο Michael δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από το δωμάτιο. Μπαίνει ακόμη σε παιδικά πάρτι, σε TikTok βίντεο, σε playlists, σε αφιερώματα, σε τηλεοπτικά μοντάζ, σε γάμους, σε γήπεδα, σε νοσταλγικές βραδιές. Κάπου θα ακουστεί το Billie Jean και κάτι μέσα σου θα αντιδράσει πριν προλάβει να σκεφτεί.

Αυτό είναι το μεγαλείο του. Και ταυτόχρονα αυτό είναι το ηθικό μας πρόβλημα.

Γιατί με τον Michael Jackson συμβαίνει κάτι που δεν συμβαίνει εύκολα με άλλους καλλιτέχνες. Η τέχνη του μοιάζει να στέκεται σαν τεράστια αθωωτική ομπρέλα πάνω από τη δημόσια μνήμη του. Όχι απαραίτητα επειδή ο κόσμος έχει αποφασίσει συνειδητά ότι δεν τον νοιάζουν οι σκιές. Πιο ύπουλα από αυτό. Επειδή η μουσική είναι πιο γρήγορη από την ηθική σκέψη. Το σώμα θυμάται πριν προλάβει το μυαλό να κάνει απολογισμό.

Και έτσι ο Michael απολαμβάνει, σε μεγάλο βαθμό, μια ιδιότυπη άφεση αμαρτιών.

Στη συλλογική συνείδηση πολλών ανθρώπων, ο Michael είναι πρώτα ο καλλιτέχνης και μετά όλα τα υπόλοιπα. Πρώτα το Thriller, μετά οι καταγγελίες. Πρώτα το moonwalk, μετά το Neverland. Πρώτα το παιδί-θαύμα, μετά τα παιδιά που βρέθηκαν στη δίνη αυτής της σκοτεινής ιστορίας. Πρώτα ο μύθος, μετά ο φάκελος.

Δεν είμαστε δικαστήριο. Ο Michael Jackson κατηγορήθηκε, αρνήθηκε τις κατηγορίες, αθωώθηκε ποινικά το 2005, και οι υποθέσεις γύρω από το όνομά του παραμένουν μέχρι σήμερα πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σε θαυμαστές, επικριτές, ντοκιμαντέρ, δικηγόρους, οικογένειες και μνήμη.

Αλλά η πολιτιστική ερώτηση δεν είναι μόνο αν καταδικάστηκε νομικά. Είναι το πόσο πρόθυμοι είμαστε να κοιτάξουμε τη σκοτεινή πλευρά ενός ανθρώπου όταν η φωτεινή του πλευρά μάς έχει μεγαλώσει;

Και η απάντηση, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, φαίνεται να είναι: όχι πολύ.

Η ποπ κουλτούρα ξέρει να συγχωρεί όταν έχει συμφέρον να θυμάται

Η περίπτωση Michael Jackson δείχνει κάτι βαθύτερο για την ποπ κουλτούρα. Δεν συγχωρεί όλους με τον ίδιο τρόπο. Δεν ακυρώνει όλους με την ίδια ένταση. Δεν θυμάται όλους με την ίδια αυστηρότητα. Άλλους τους εξαφανίζει για λιγότερα. Άλλους τους κρατά ζωντανούς παρά τα πάντα.

Και ο Michael ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Ίσως γιατί το μέγεθος είναι πολύ μεγάλο. Ίσως γιατί η μουσική του έχει μπει τόσο βαθιά στην παγκόσμια μνήμη που δεν μπορείς απλώς να την αφαιρέσεις χωρίς να ξηλώσεις μισό αιώνα ποπ κουλτούρας. Ίσως γιατί πέθανε με τρόπο τραγικό, και ο θάνατος συχνά μαλακώνει τις βεβαιότητες. Ίσως γιατί ο κόσμος προτιμά τον Michael-σύμβολο από τον Michael-άνθρωπο.

Ο άνθρωπος είναι πιο δύσκολος.

Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου το Michael γίνεται ενδιαφέρον όχι μόνο ως ταινία, αλλά ως σύμπτωμα. Μια απόπειρα να ξανασυσταθεί ο Michael Jackson στο κοινό μέσα από το πιο ασφαλές φίλτρο: το παιδί που πληγώθηκε, ο καλλιτέχνης που απογειώθηκε, ο σταρ που άλλαξε τη μουσική, ο μύθος που δεν πρέπει να λερωθεί πολύ.

Τελικά, αξίζει; Ναι. Αλλά όχι χωρίς αστερίσκους

Το Michael αξίζει να το δεις. Ιδίως αν έχεις μεγαλώσει με τη μουσική του. Ιδίως αν θέλεις να ξαναθυμηθείς τι σήμαινε κάποτε παγκόσμιος σταρ. Όχι influencer. Όχι viral πρόσωπο της εβδομάδας. Σταρ.

Η ταινία έχει στιγμές συγκίνησης. Έχει σκηνές που σε τραβούν. Έχει έναν Jaafar Jackson που δικαιώνει την επιλογή του και κουβαλά πάνω του το πιο δύσκολο βάρος: να μοιάζει με τον Michael χωρίς να εξαφανιστεί ως ηθοποιός.

Αλλά έχει και αδυναμίες. Είναι αργή. Είναι υπερβολικά βιογραφική. Είναι υπερβολικά προσεκτική.

Ίσως το δεύτερο μέρος να είναι αυτό που θα κρίνει αν το Michael είναι απλώς ένα καλοφτιαγμένο, ασφαλές αφιέρωμα ή η αρχή μιας πραγματικά μεγάλης κινηματογραφικής αποτύπωσης.

Προς το παρόν, έχουμε μια ταινία που λάμπει όταν παίζει η μουσική, εντυπωσιάζει όταν ο Jaafar μπαίνει στη σκηνή, αλλά διστάζει όταν πρέπει να κοιτάξει κατάματα το τέρας που δημιούργησε ο μύθος.

Αυτό να είναι το πιο Michael Jackson πράγμα απ’ όλα.

Ένας άνθρωπος που έφτιαξε την πιο εκτυφλωτική ποπ λάμψη του 20ού αιώνα.

Και μια σκιά που, όσο κι αν δυναμώνουν τα φώτα, δεν λέει να φύγει.

Latest news
Related news