Γράφει ο Νίκος Κατσαρός
Υπάρχουν ταινίες που γερνούν και χάνουν την επαφή τους με την εποχή. Υπάρχουν ταινίες που γίνονται μουσειακά εκθέματα σε οπτικοακουστική μορφή. Τις βλέπεις με κάποιο σεβασμό, με λίγο επιτηδευμένο δέος και μερικές φορές με λίγη ως πολύ υπομονή. Λες «ναι, οκ, θεωρείται κλασική, το καταλαβάινω» και μετά ανοίγεις το κινητό σου για να δεις αν σου απάντησε κανείς ελπίζοντας όντως να σου έχει στείλει κάποιος για να απασχοληθείς με κάτι όση ώρα παίζει η ταινία.
Υπάρχει όμως και ο «Ταξιτζής» του Σκορσέζε.
Πενήντα χρόνια μετά, δεν μοιάζει με ταινία που έρχεται από το 1976. Ή μάλλον δεν μοιάζει αναχρονιστική με συγκεκριμένη παρελθοντική χρονολογία. Μοιάζει με ταινία που σε περίμενε. Υπομονετικά. Με αναμμένη μηχανή. Με το ταξί σταματημένο έξω από την πόρτα μας. Και με έναν οδηγό που δεν ρωτά πού πάμε, διότι ξέρει ήδη.
Ο Τράβις Μπικλ δεν είναι εν έτη 2026 ο βετεράνος του Βιετνάμ που γυρίζει τη νύχτα στους βρόμικους δρόμους της Νέας Υόρκης, κοιτάζει από το παρμπρίζ την παρακμή και βράζει μέσα του μέχρι να γίνει έκρηξη. Είναι κάτι πιο ενοχλητικό. Είναι ο μοναχικός άνθρωπος που δεν αντέχει τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί και να υπάρξει έξω από αυτόν. Θέλει να τον καθαρίσει. Να τον τιμωρήσει. Να τον σώσει. Δηλαδή, με άλλα λόγια, να τον καταστρέψει …για το καλό του.
Πολύ γνώριμη λογική, αν το καλοσκεφτείς ή αν κοιτάξεις γύρω σου.
Διότι ο Τράβις σήμερα δεν θα οδηγούσε απαραίτητα ταξί. Μπορεί να δούλευε ως delivery ή security. Μπορεί να καθόταν όλη μέρα σε ένα δωμάτιο με χαμηλό φως, μπροστά από μια οθόνη, γράφοντας σχόλια κάτω από ειδήσεις, βίντεο και αναρτήσεις ανθρώπων που δεν γνώρισε ποτέ. Μπορεί να είχε κανάλι, ψευδώνυμο, φωτογραφία προφίλ με σημαία, έναν λύκο ή αρχαίο πολεμιστή ή κάτι εξίσου “διακριτικό” διακριτικό. Μπορεί να μιλούσε για «κάθαρση», για «βρομιά», για «προδότες», για «σάπιο σύστημα». Ίσως να ήταν εκείνος που πάντα κάποιος του φταίει. Πάντα κάποιος πρέπει να πληρώσει. Ενώ πάντα ο ίδιος είναι παρεξηγημένος.

Αθώο πράγμα η μοναξιά, μέχρι να αρχίσει να φορά στολή αποστολής.
Ο Σκορσέζε, ο Πολ Σρέιντερ και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο δεν έφτιαξαν απλώς έναν αντιήρωα. Έφτιαξαν ένα σύμπτωμα. Έναν άνθρωπο τόσο αποκομμένο, τόσο ανίκανο να επικοινωνήσει, που στο τέλος δικαιολογεί στην στρεβλή του αντίληψη ονομάζοντάς την ηθική. Κοιτάζει μια πόλη άρρωστη και αποφασίζει ότι ο μόνος υγιής είναι ο ίδιος. Αυτό είναι πάντα το πρώτο καμπανάκι. Όταν κάποιος πιστεύει ότι όλοι γύρω του είναι βρόμικοι και εκείνος κρατά το νερό, το σαπούνι και το όπλο.
Η Νέα Υόρκη του ’70 είναι μέσα στην ταινία σαν οργανισμός με πυρετό. Νέον, ατμοί, πορνοσινεμά, βία, πολιτικές υποσχέσεις, ταξί που περνούν μέσα από τη νύχτα σαν κίτρινα κουτιά εξομολόγησης. Η Αμερική μετά το Βιετνάμ, μετά το Γουότεργκεϊτ, μετά τις μεγάλες αφηγήσεις που ξεφούσκωσαν. Μια χώρα που έλεγε στον εαυτό της ότι θα ξαναγίνει σπουδαία, ενώ οι άνθρωποί της κοιτούσαν ο ένας τον άλλο σαν απειλή.
Πόσο μακρινό ακούγεται, ε;
Αλλάζεις τα ταξί με feeds, τους δρόμους με πλατφόρμες, τα πορνοσινεμά (που μια χαρά εκτόνωση υπήρξε τότε) με ατέλειωτο ψηφιακό σκουπίδι, τους πολιτικούς με …τίποτα, αυτοί παραμένοιυν οι ίδιοι διαχρονικά.. Αλλάζεις αυτά και η ταινία συνεχίζει να παίζει χωρίς να χρειάζεται εκσυγχρονισμό ή μία καινούργια επανέκδοση. Η αποξένωση που έγινε υπηρεσία. Η οργή που έγινε περιεχόμενο. Η καχυποψία που έγινε άποψη. Η βία που έγινε φαντασίωση δικαιοσύνης. Και ο κάθε μικρός Τράβις βρίσκει επιτέλους κοινό και σκοπό.
Αυτό του έλειπε τότε. Κοινό. Χειροκρότημα. Επιβεβαίωση. Έναν αλγόριθμο να του ψιθυρίζει: «έχεις δίκιο, συνέχισε».

Ο Ντε Νίρο, ανήμερο θηρίο εκείνης της εποχής, δεν παίζει τον Τράβις σαν τρελό. Αυτό θα ήταν εύκολο. Τον παίζει σαν άνθρωπο που προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι έχει ακόμη έλεγχο. Το βλέμμα του δεν είναι μόνο απειλητικό. Είναι χαμένο. Και γι’ αυτό μοιάζει τόσο επικίνδυνο.
Δεν βλέπεις έναν κακό. Βλέπεις έναν άνθρωπο που γλιστρά και κάθε λίγα εκατοστά σ αυτή την πτώση βρίσκει ένα επιχείρημα για να συνεχίσει.
Η περίφημη σκηνή στον καθρέφτη, το «You talkin’ to me?», έμεινε στην ιστορία. Κακώς μόνο σαν ατάκα. Δεν είναι μαγκιά. Δεν είναι πόζα. Είναι πρόβα σύγκρουσης από έναν άνθρωπο που δεν έχει απέναντί του κανέναν, άρα εφευρίσκει αντίπαλο. Μιλά στον καθρέφτη επειδή ο καθρέφτης είναι ο μόνος που του απαντά. Και επειδή ο καθρέφτης, δυστυχώς, δεν τον διακόπτει ποτέ.
Αυτό είναι το πιο τρομακτικό κομμάτι της ταινίας. Όχι το αίμα. Ούτε το φινάλε. Το τρομακτικό είναι η διαδρομή μέχρι εκεί. Η μικρή, καθημερινή, σχεδόν λογική κλιμάκωση. Λίγη μοναξιά. Λίγη ταπείνωση. Λίγη σεξουαλική αδεξιότητα. Λίγη κοινωνική αηδία. Λίγη πολιτική ανοησία. Λίγη φαντασίωση ηρωισμού. Λίγη ανάγκη να γίνεις ορατός. Βάλε τα όλα μαζί, ανακάτεψέ τα με όπλα, “ιδεολογία” ή απλώς ανεξέλεγκτο θυμό, και βουαλά.
Αυτό κάνουμε συχνά ως κοινωνίες. Παράγουμε ανθρώπους που δεν τους βλέπουμε. Τους αφήνουμε να σαπίζουν σε δωμάτια, σε δουλειές, σε δρόμους, σε οθόνες, σε ημιτελείς ζωές. Τους ταΐζουμε φόβο, περιφρόνηση, ψεύτικη υπεροχή, εύκολους εχθρούς. Μετά, όταν κάποιος από αυτούς σπάσει το τζάμι, ρωτάμε με ύφος πολιτισμένου ανθρώπου: «Μα καλά γίνονται αυτά;» Δεν ξέρω. Ρώτα τους αλλοδαπούς που τρώνε ξύλο την ώρα που μοιράζουν ζεστό το βραδινό μας με τα μηχανάκια και τα μοτοποδήλατα.

Έγινε μεθοδικά. Χρόνια. Με δόσεις. Με αδιαφορία σε μηνιαίες καταβολές.
Ο «Ταξιτζής» δεν δικαιώνει τον Τράβις. Δεν τον αγιοποιεί. Δεν του δίνει συγχωροχάρτι επειδή είναι πληγωμένος. Ο πληγωμένος άνθρωπος δεν αποκτά αυτομάτως ηθική ανωτερότητα. Η δυστυχία δεν είναι πιστοποιητικό αθωότητας. Ο Σκορσέζε μάς αναγκάζει να τον κοιτάξουμε χωρίς την άνεση της απλής καταδίκης και χωρίς τη χυδαιότητα της συμπάθειας. Μας λέει: “Αυτός είναι. Δες τον. Μην κάνεις πως δεν τον ξέρεις.”
Και στο τέλος έρχεται η ειρωνεία. Ο Τράβις, μέσα από τη βία, καταλήγει σχεδόν ήρωας. Η κοινωνία που δεν ήξερε τι να τον κάνει, ξαφνικά βρίσκει αφήγημα για να τον χωρέσει. Σώζει την Άιρις, άρα ας ξεχάσουμε όλα τα υπόλοιπα. Το αίμα ξεπλένεται όταν βολεύει την ιστορία. Ο επικίνδυνος γίνεται χρήσιμος, ο διαταραγμένος γίνεται σύμβολο, ο μοναχικός γίνεται πρωτοσέλιδο.
Πόσες φορές δεν το έχουμε δει αυτό; Όχι ακριβώς έτσι, αλλά αρκετά κοντά. Τόσο όσο να μην κοιμόμαστε ήσυχοι.
Πενήντα χρόνια μετά, ο «Ταξιτζής» δεν μας κοιτάζει από το παρελθόν. Μας κοιτάζει από τον καθρέφτη. Από το κινητό. Από το διπλανό τραπέζι. Από την οργισμένη ανάρτηση. Από το αστυνομικό δελτίο. Από τις μικρές καθημερινές εκρήξεις ανθρώπων που κυκλοφορούν ανάμεσά μας σαν κλειστά δοχεία πίεσης.
Δεν φταίει η ταινία που παραμένει επίκαιρη. Εμείς δεν κάναμε σοβαρή προσπάθεια να την ξεπεράσουμε.
Ο Σκορσέζε γύρισε ένα κινηματογραφικό αριστούργημα με τον Σρέιντερ να γράφει από το προσωπικό του σκοτάδι, τον Ντε Νίρο να κατεβαίνει στα έγκατα ενός ανθρώπου χωρίς φρένα, τον Μπέρναρντ Χέρμαν να ντύνει τη μοναξιά με τζαζ μελαγχολία και τον Μάικλ Τσάπμαν να κάνει τη Νέα Υόρκη να μοιάζει με πόλη που ξερνάει ενοχές. Όμως η πραγματική του δύναμη δεν βρίσκεται στην κινηματογραφική αποτύπωση αλλά στην αμηχανία που αφήνει μετά.
Διότι βγαίνεις από τον «Ταξιτζή» και αναρωτιέσαι πόσο “πραγματικός” είναι ο Τράβις, αλλά αν συνειδητοποιήσεις τι είδες, αναρωτιέσαι πόσοι Τράβις κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Και το χειρότερο είναι -καλή πρόσφατη ώρα – πόσοι απ’ αυτούς χειροκροτάνε και χειροκροτούνται.

