Τελικά τελειώνει μίστερ πρέζιντεντ ο πόλεμος ή μας βρήκατε μικρούς (κυριολεκτικά) και μας παραμυθιάζετε; Ή μήπως άλλα σου παν, άλλα κάναν κι άλλα εννοούν; Ή μήπως βιάστηκες να ξεκινήσεις τις επιχειρήσεις επειδή ο Μπιμπι κράδαινε τα αρχεία του Έπστιν πάνω από το Οβάλ Γραφείο και σου θόλωνε την κρίση και πήγες και μπλέχτηκες σε κάτι που δεν είχες ιδέα πώς θα βγεις απ’ αυτό και μας παρέσυρες και εμάς μαζί σου;
Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Γιατί από την πρώτη κι όλας μέρα, θυμάμαι να μας λες πως ήταν θέμα ωρών.
Λίγες ώρες για την πλήρη κατάρρευση τους. Λίγες ώρες για το τέλος. Λίγες ώρες για τη «μεγάλη νίκη».
Αλλά τελικά οι ώρες έγιναν μέρες. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Και φτάσαμε αισίως στο σήμερα — πόσες μέρες πολέμου είπαμε; Έχασα το μέτρημα. Όχι επειδή τελείωσε. Επειδή μοιάζει σαν να μην τελειώνει ποτέ αυτό που σχεδίασες το πως θα ξεκινήσει αλλά δεν είχες ιδέα πως θα τελειώσει.
Ένας άνθρωπος ξεκινά έναν πόλεμο στο όνομα της παγκόσμιας Ειρήνης. Επικαλείται έναν υποτιθέμενο πυρηνικό κίνδυνο από μια χώρα που δεν έχει πυρηνικά και μετά απαιτεί από τους άλλους να συμμετέχουν διότι αλλιώς θα πληρώσουν τις συνέπειες… ενός πολέμου που ούτε ήθελαν, ούτε συμφώνησαν με την έναρξή του.
Αλλά κάπου όλη αυτή η ειρωνεία σταματά να είναι αστεία και γίνεται επικίνδυνη.
Γιατί δεν είναι μόνο το παράλογο της δράσης ενός ανθρώπου που φαίνεται ξεκάθαρα να τον παρασέρνει η αλαζονεία και ο ναρκισσισμός. Είναι και η ευκολία που θεωρεί ότι μπορεί να μας παραμυθιάζει.
Η ευκολία με την οποία αυτοπαρουσιάζεται ως «υπέρμαχος της ειρήνης» και ταυτόχρονα οπλίζει και πυροβολεί. Και μετά τι; Ψάχνει γύρω του να δει ποιος άλλος θα δεχθεί να κρατήσει το όπλο μαζί του.
Meanwhile που λένε και στα μέρη του, η αφήγηση συνεχίζεται στο ίδιο μοτίβο και με την ίδια αυτοπεποίθηση: «πάμε καλά», «τελειώνει», «λίγο ακόμα». Την ίδια στιγμή που ζητά βοήθεια από παντού, κατηγορεί όσους δεν συμμετέχουν και μετατρέπει έναν προσωπικό τυχοδιωκτισμό σε παγκόσμιο λογαριασμό.
Η παγκόσμια οικονομία τρίζει, οι αγορές παραπατούν, ο κόσμος φοβάται.
Αλλά το σημαντικότερο: άνθρωποι πεθαίνουν.
Γιατί αυτό είναι το μόνο πραγματικό δεδομένο σε έναν πόλεμο.
Όχι τα ποσοστά επιτυχίας, οι «χειρουργικές επιχειρήσεις» και τα δελτία τύπου με τους πλασματικούς διθυράμβους.
Το σημαντικό είναι ότι: Άνθρωποι πεθαίνουν.
Και όταν πεθαίνει κόσμος, δεν υπάρχει νίκη μίστερ πρέζιτεντ. Υπάρχει μόνο απώλεια.
Οπότε, πείτε μας κύριε Ντόναλντ: τελειώνει ο πόλεμος ή όχι;
Γιατί αν όλα πάνε τόσο «τέλεια», αν κάθε μέρα είναι η τελευταία, αν η κατάρρευση είναι πάντα «σε λίγες ώρες», τότε κάτι δεν βγάζει νόημα.
Ή δεν ξέρετε πώς να το τελειώσετε. Ή δεν θέλετε. Ή δεν μπορείτε.
Διότι το «πτώμα» του Ιράν δείχνει να κουνιέται ακόμα και μοιάζει να μην συμμερίζεται την άποψή σας για τον τελικό…«νικητή».
Και το είπαμε και πιο πάνω: Δεν μπαίνουμε στο τρυπάκι του αγώνα με νικητές. Ο πόλεμος δεν έχει ΠΟΤΕ νικητές, μόνο κερδισμένους. Οικονομικά και πολιτικά.
Από την άλλη έχει ξεκάθαρα χαμένους. Σε πρώτο επίπεδο εκείνους που δεν έμειναν ζωντανοί για να ακούσουν τα ..αποτελέσματα και σε δεύτερο επίπεδο όλους εμάς τους υπόλοιπους που καλούμαστε να χορτάσουμε από την πολεμική σας μαγειρική ένα πιάτο που δεν τρώγεται με τίποτα. Πέφτει αμόνι στο στομάχι και δεν χωνεύεται.


