Από τη βουτιά 30,7% του Μαρτίου στην πληρότητα 92% τον Αύγουστο – Οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής και η μεγάλη άνοδος των αφίξεων από το Ισραήλ βελτίωσαν την εικόνα, αλλά οι απώλειες σε αφίξεις και έσοδα παραμένουν
Η εικόνα στα ξενοδοχεία της Λεμεσού τον Αύγουστο παραπέμπει σε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη τουριστική περίοδο. Οι πληρότητες στην πόλη έφθασαν, σύμφωνα με τους ξενοδόχους, μέχρι το 92%, ενώ στην ύπαιθρο κινήθηκαν γύρω στο 90%, πλησιάζοντας τα επίπεδα της εξαιρετικής περσινής χρονιάς.
Πίσω από τα γεμάτα ξενοδοχεία, όμως, βρίσκεται μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026 η Κύπρος υποδέχθηκε 193.360 λιγότερους τουρίστες από πέρσι, ενώ τα έσοδα του πρώτου πενταμήνου ήταν μειωμένα κατά περίπου €158 εκατομμύρια.
Οι δύο εικόνες δεν αλληλοαναιρούνται. Αντίθετα, περιγράφουν μια από τις πιο παράδοξες τουριστικές χρονιές των τελευταίων ετών: ένα θετικό ξεκίνημα, μια απότομη κατάρρευση λόγω των πολεμικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και στη συνέχεια μια σταδιακή, αλλά άνιση ανάκαμψη, με τη Λεμεσό να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής.

Το δύσκολο μέτρο σύγκρισης του 2025
Η σύγκριση γίνεται με το 2025, μια ιστορική χρονιά για τον κυπριακό τουρισμό. Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία, οι αφίξεις είχαν φθάσει στα 4.534.073 άτομα, παρουσιάζοντας αύξηση 12,2% σε σχέση με το 2024.
Τα έσοδα είχαν ανέλθει στα €3,696 δισεκατομμύρια, αυξημένα κατά 15,2%, ενώ η μέση δαπάνη ανά τουρίστα διαμορφώθηκε στα €815,16. Το Ηνωμένο Βασίλειο αντιπροσώπευε το 31,8% των αφίξεων, το Ισραήλ το 13% και η Πολωνία το 8,2%.
Περισσότεροι από τους μισούς τουρίστες της Κύπρου προέρχονταν επομένως από τρεις μόνο αγορές. Η συγκέντρωση αυτή βοήθησε την ανάπτυξη του τομέα, τον άφησε όμως ταυτόχρονα εκτεθειμένο σε αναταράξεις που επηρεάζουν τις αεροπορικές συνδέσεις ή την ψυχολογία των ταξιδιωτών.
Από το θετικό ξεκίνημα στην απότομη βουτιά
Το 2026 άρχισε με θετικές προοπτικές. Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 8,5% τον Ιανουάριο και κατά 9,5% τον Φεβρουάριο, ενώ τα τουριστικά έσοδα του πρώτου διμήνου ήταν αυξημένα κατά 7,4%.
Η εικόνα ανατράπηκε απότομα μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου και το πλήγμα με μη επανδρωμένο αεροσκάφος εναντίον της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι στις 2 Μαρτίου.
Παρότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελούσε εμπόλεμη περιοχή, η γεωγραφική της εγγύτητα, οι ακυρώσεις πτήσεων και η εικόνα ανασφάλειας που δημιουργήθηκε στο εξωτερικό προκάλεσαν άμεσο πλήγμα στις κρατήσεις.
Στοιχεία της AirDNA, τα οποία επικαλέστηκε το Reuters, έδειξαν ότι το ημερήσιο ποσοστό ακυρώσεων σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης εκτοξεύθηκε από περίπου 15% πριν από την έναρξη του πολέμου μέχρι και στο 100% τις πρώτες ημέρες. Στις 21 Μαρτίου είχε υποχωρήσει, αλλά παρέμενε γύρω στο 45%.
Την ίδια περίοδο, ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Ξενοδόχων κατέγραφε πτώση σχεδόν 40% στις κρατήσεις του Μαρτίου και αντίστοιχη μείωση για τον Απρίλιο.

Η άνοιξη που άφησε βαθύ αποτύπωμα
Οι επιπτώσεις αποτυπώθηκαν και στα επίσημα στοιχεία.
Τον Μάρτιο οι αφίξεις περιορίστηκαν στις 139.198, από 200.736 τον αντίστοιχο μήνα του 2025, σημειώνοντας πτώση 30,7%. Τον Απρίλιο ανήλθαν στις 303.031, έναντι 418.730 πέρσι, με τη μείωση να φθάνει το 27,6%.
Ανάλογη ήταν η εικόνα των εσόδων. Τον Μάρτιο περιορίστηκαν στα €85,6 εκατομμύρια, μειωμένα κατά 33,8%, ενώ τον Απρίλιο έφθασαν στα €197,5 εκατομμύρια, καταγράφοντας πτώση 35,1%.
Η αρχική αισιοδοξία είχε μέσα σε δύο μήνες μετατραπεί σε αγώνα για τη διατήρηση των αεροπορικών προγραμμάτων και τον περιορισμό των ακυρώσεων.

Οι 600.000 αεροπορικές θέσεις που αφαιρέθηκαν
Τον Μάιο η Hermes Airports ανέφερε στο Reuters ότι οι αεροπορικές εταιρείες είχαν αφαιρέσει περίπου 600.000 θέσεις από τα προγράμματά τους για την περίοδο Απριλίου–Οκτωβρίου.
Η εταιρεία, η οποία διαχειρίζεται τα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου, εκτιμούσε τότε ότι η συνολική επιβατική κίνηση θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 9%, δηλαδή κατά 450.000 επιβάτες.
Οι περισσότερες αλλαγές δεν αφορούσαν την πλήρη κατάργηση δρομολογίων, αλλά τη μείωση των συχνοτήτων. Παράλληλα, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης: από τις 20 Απριλίου και μετά, οι πληρότητες των αεροσκαφών είχαν ανέβει στο 80%-85%, από περίπου 76% νωρίτερα τον ίδιο μήνα. Σε πτήσεις από τη Βρετανία και την Πολωνία ξεπερνούσαν το 90%.
Μήνα με τον μήνα έκλεινε η ψαλίδα
Η ανάκαμψη έγινε σαφέστερη από τον Μάιο και μετά.
Οι αφίξεις του Μαΐου ανήλθαν στις 455.680, μειωμένες κατά 4,9% σε σύγκριση με πέρσι. Τον Ιούνιο η πτώση περιορίστηκε στο 1,7%, με 489.965 αφίξεις, και τον Ιούλιο στο 1,1%, με 582.754 τουρίστες.
Συνολικά, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούλιο του 2026, οι αφίξεις έφθασαν στις 2.238.769, έναντι 2.432.129 το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025. Η μείωση περιορίστηκε στο 8%, ενώ στο τέλος Ιουνίου εξακολουθούσε να βρίσκεται στο 10,1%.
Ο Υφυπουργός Τουρισμού, Κώστας Κουμής, χαρακτήρισε τα στοιχεία ένδειξη ανθεκτικότητας και επιστροφής του τομέα σε σταθερότερη τροχιά. Επισήμανε, επίσης, ότι παρά την υστέρηση έναντι του ιστορικού 2025, οι αφίξεις του επταμήνου ήταν αυξημένες κατά 1,6% σε σχέση με το 2024 και κατά 4,7% σε σχέση με το 2023.
Η βελτίωση είναι συνεπώς πραγματική, αλλά βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη σύγκριση με τους ιδιαίτερα προβληματικούς μήνες της άνοιξης και όχι στην πλήρη κάλυψη των απωλειών του 2025.

Η μεγάλη επιστροφή των Ισραηλινών
Καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση των απωλειών του Ιουλίου είχε η εντυπωσιακή αύξηση των επισκεπτών από το Ισραήλ.
Οι αφίξεις Ισραηλινών ανήλθαν στις 119.293, από 76.557 τον Ιούλιο του 2025, παρουσιάζοντας αύξηση 55,8%. Το Ισραήλ αντιπροσώπευσε το 20,5% του συνόλου των αφίξεων και πρόσθεσε περίπου 42.700 επισκέπτες στα περσινά επίπεδα.
Χωρίς αυτή την αύξηση, η συνολική πτώση του Ιουλίου θα ήταν αισθητά μεγαλύτερη, καθώς σχεδόν όλες οι άλλες σημαντικές αγορές κινήθηκαν αρνητικά.
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρέμεινε η μεγαλύτερη αγορά, με 185.981 αφίξεις και μερίδιο 31,9%, αλλά κατέγραψε μείωση 2%. Οι αφίξεις από την Πολωνία μειώθηκαν κατά 15,6%, από τη Γερμανία κατά 9,9%, από τη Ρουμανία κατά 15,7% και από τη Γαλλία κατά 46,3%.
Η εικόνα του Ιουλίου δείχνει ότι η ανάκαμψη δεν ήταν ομοιόμορφη. Στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε μία αγορά, την ώρα που αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούσαν να καταγράφουν απώλειες.
Η Λεμεσός σώθηκε από τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής
Στη Λεμεσό, η αρχική εικόνα του καλοκαιριού ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική. Η γειτνίαση με τη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι ενίσχυσε την αρνητική δημοσιότητα, ενώ οι ξενοδόχοι κατέγραφαν επιφυλακτικότητα και ακυρώσεις.
Η εικόνα άλλαξε αισθητά τον Αύγουστο, ιδιαίτερα κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΠΑΣΥΞΕ Λεμεσού, Χρίστο Τσάνο, οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής έφεραν τα ξενοδοχεία της πόλης κοντά στα επίπεδα του 2025.
Η πληρότητα στην πόλη έφθασε μέχρι το 92%, ενώ στην ύπαιθρο κινήθηκε περίπου στο 90%. Στα ορεινά θέρετρα, περίπου το 60% των κρατήσεων αφορούσε Κυπρίους και ξένους μόνιμους κατοίκους, δείχνοντας τον καθοριστικό ρόλο της εγχώριας αγοράς κατά την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου.
Στα ξενοδοχεία της πόλης, οι Ισραηλινοί αντιπροσώπευαν, σύμφωνα με τον τοπικό ΠΑΣΥΞΕ, περίπου το 30%-40% των κρατήσεων. Αντίστοιχα σημαντική ήταν η παρουσία Βρετανών και άλλων Ευρωπαίων, ενώ υπήρχαν επίσης Ρώσοι, Ουκρανοί και ταξιδιώτες από άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής επέτρεψαν στη Λεμεσό να καλύψει σημαντικό μέρος του κενού του Αυγούστου. Δεν μπορούν, όμως, να αναπληρώσουν αυτόματα τις χαμένες διανυκτερεύσεις και τα έσοδα της άνοιξης και των αρχών του καλοκαιριού.
Η μεγαλύτερη πληγή βρίσκεται στα έσοδα
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για τα τουριστικά έσοδα φθάνουν μέχρι τον Μάιο και αποτυπώνουν εντονότερη πτώση από εκείνη των αφίξεων.
Για την περίοδο Ιανουαρίου–Μαΐου 2026, τα έσοδα υπολογίστηκαν στα €798,2 εκατομμύρια, έναντι €955,8 εκατομμυρίων την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η μείωση ανήλθε στο 16,5%, δηλαδή περίπου €157,6 εκατομμύρια.
Η εικόνα είχε, πάντως, αρχίσει να βελτιώνεται. Μόνο τον Μάιο τα έσοδα έφθασαν στα €355,2 εκατομμύρια, μειωμένα κατά 4,8%, ενώ τον Απρίλιο η πτώση ήταν 35,1%.
Η κατά κεφαλή δαπάνη τον Μάιο παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, στα €779,42, έναντι €779,08 τον Μάιο του 2025. Αυτό δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα δεν ήταν πως όσοι ταξίδεψαν ξόδεψαν αισθητά λιγότερα, αλλά ότι οι επισκέπτες ήταν λιγότεροι.
Παράλληλα, τα έσοδα του πρώτου πενταμήνου του 2026 παρέμειναν κατά 6,3% υψηλότερα από εκείνα του 2024. Όπως και στις αφίξεις, λοιπόν, η φετινή επίδοση υστερεί σημαντικά έναντι του ρεκόρ του 2025, αλλά δεν αποτελεί επιστροφή στα χαμηλότερα επίπεδα προηγούμενων ετών.
Γιατί το 92% δεν σημαίνει ότι όλα πήγαν καλά
Η πληρότητα των ξενοδοχείων, οι τουριστικές αφίξεις και τα τουριστικά έσοδα είναι τρεις διαφορετικοί δείκτες.
Η πληρότητα 92% στη Λεμεσό αφορά συγκεκριμένη περιοχή, συγκεκριμένες ξενοδοχειακές μονάδες και κυρίως την περίοδο γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει Κύπριους και ξένους μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι δεν καταγράφονται στις διεθνείς τουριστικές αφίξεις.
Οι αφίξεις αφορούν το σύνολο της Κύπρου και περιλαμβάνουν επισκέπτες που διαμένουν όχι μόνο σε ξενοδοχεία, αλλά και σε ενοικιαζόμενα καταλύματα, ιδιόκτητες κατοικίες ή σπίτια συγγενών και φίλων.
Τα έσοδα, τέλος, αποτυπώνουν τις δαπάνες των ξένων τουριστών και δημοσιεύονται με χρονική καθυστέρηση. Επομένως, η υψηλή πληρότητα της Λεμεσού τον Αύγουστο μπορεί να συνυπάρχει απολύτως με μειωμένες παγκύπριες αφίξεις στο επτάμηνο και απώλειες εσόδων κατά την άνοιξη.
Το στοίχημα του φθινοπώρου
Η τελική αποτίμηση της χρονιάς θα εξαρτηθεί πλέον από την πορεία του φθινοπώρου και τις κρατήσεις για τη χειμερινή περίοδο.
Ο Κώστας Κουμής δηλώνει αισιόδοξος ότι το δεύτερο εξάμηνο θα έχει καλύτερα αποτελέσματα από το πρώτο, επικαλούμενος θετικά μηνύματα από αεροπορικές εταιρείες και διοργανωτές ταξιδιών. Στη Λεμεσό, οι ξενοδόχοι προσβλέπουν και στις μεγάλες διοργανώσεις του φθινοπώρου για διατήρηση της ζήτησης.
Το αυξημένο ποσοστό κρατήσεων της τελευταίας στιγμής, ωστόσο, περιορίζει τη δυνατότητα ασφαλών προβλέψεων. Η φετινή εμπειρία έδειξε ότι η εικόνα μπορεί να αλλάξει μέσα σε λίγες εβδομάδες, είτε θετικά είτε αρνητικά.
Ο κυπριακός τουρισμός απέφυγε τελικά το χειρότερο σενάριο που διαγραφόταν τον Μάρτιο. Η Λεμεσός κατάφερε να γεμίσει τα ξενοδοχεία της στο αποκορύφωμα του καλοκαιριού και η συνολική πτώση των αφίξεων περιορίζεται σταδιακά.
Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί ακόμη με πλήρη ανάκτηση των απωλειών. Η σεζόν του 2026 αποδεικνύεται ανθεκτικότερη από όσο αρχικά φοβόταν η τουριστική βιομηχανία, αλλά παραμένει κάτω από το ιστορικό 2025 και εξαρτημένη από λίγες βασικές αγορές, τις αεροπορικές συνδέσεις και τις γεωπολιτικές εξελίξεις μιας απρόβλεπτης περιοχής.
Νίκος Κατσαρός

