«Όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά κάποια είναι πιο ίσα από τα άλλα».
Τάδε έφη ο συγγραφέας Τζορτζ Όργουελ και δύσκολα θα μπορούσε, με λιγότερα λόγια, να αποτυπώσει καλύτερα την πραγματικότητα.
Γράφει ο Παπα – Ράτσης
ΠΡΟΣΟΧΗ: Αυτό που θα κάνουμε δεν είναι ταξική επανάσταση, ούτε τρέφουμε ψευδαισθήσεις για αυτόν τον κόσμο. Ότι δηλαδή μπορεί να αλλάξει. Το μόνο που ίσως να είναι σε θέση να κάνει, είναι να βάλει τα ρούχα του αλλιώς, σαν άλλος Μανωλιός.
Αφορμή, όμως, ήταν μία κουβέντα που είχα με έναν φίλο, ο οποίος εργάζεται σε μία εταιρεία. Χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για ευνόητους λόγους. Το μόνο που είναι χρήσιμο να πούμε είναι ότι πρόκειται για μία από εκείνες όπου συναντάς συναδέλφους τους οποίους ποτέ δεν είχες συναντήσει, ούτε καν ήξερες ότι εργάζεστε στην ίδια εταιρεία. Για τέτοιο μέγεθος μιλάμε.
Είχαν, λοιπόν, μία –μη προγραμματισμένη– συνάντηση στο τμήμα του με τον προϊστάμενό τους, για να επαναπροσδιορίσουν τη θέση της εταιρείας σε συνάρτηση με την κρίση που προέκυψε λόγω του πολέμου.
Και ανάμεσα στα άλλα που ειπώθηκαν, ακούστηκε και η κλασική πλέον κουβέντα, η ραχοκοκαλιά των επιχειρημάτων των μεγάλων –και όχι μόνο– εταιρειών, για ό,τι στενάχωρο ή δυσάρεστο πιθανόν να ακολουθήσει, εκείνο το εξαιρετικό: «Στο ίδιο καράβι είμαστε. Άμα βουλιάξει, θα πνιγούμε όλοι». Πόσο υπέροχο, όμως, ε;
Το μόνο που ποτέ δεν έχει συμπληρωθεί στο εν λόγω επιχείρημα, είναι η θέση που έχει ο καθένας στο καράβι.
Άλλοι είναι στο κατάστρωμα και απολαμβάνουν τον ήλιο, τη θάλασσα και όλα τα ευεργετήματα που παρέχει το… ταξίδι, άλλοι είναι στα αμπάρια και τραβάνε κουπί. Δίκαια, άδικα, ορθά ή μη, αυτή είναι η πραγματικότητα.
Και το ειρωνικότερο όλων είναι ότι, όταν βουλιάζει το καράβι, οι πρώτοι που πνίγονται είναι εκείνοι που βρίσκονται πιο κοντά στο νερό. Άσε που εκείνοι είναι οι μόνοι που δεν θα έχουν πρόσβαση στις σωσίβιες λέμβους. Εκείνες θα εξυπηρετήσουν αποκλειστικά τους επιβάτες του καραβιού που βρίσκονται στα ψηλά, στα δώματα.

Αυτή, λοιπόν, η συνειδητά ελλιπής παρομοίωση δεν έχει σκοπό να μας κάνει μία οικογένεια –το οποίο, σημειωτέον, είναι το άλλο κλισέ που ακούγεται σε ανάλογες εταιρείες– αλλά να συνεχίσουν οι των αμπαριών να δουλεύουν με όραμα την ψευδαίσθηση ότι κάποια στιγμή το πλοίο θα επιπλεύσει και εκείνοι ίσως καταφέρουν να βρεθούν στα καταστρώματα.
Άλλωστε, όπως έχει πει και ο Τζον Στάινμπεκ, συγγραφέας του «Τα σταφύλια της οργής», ανάμεσα σε άλλα: «Οι φτωχοί δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως εκμεταλλευόμενους, αλλά ως προσωρινά αποτυχημένους πλούσιους». Και αυτός είναι ο μαγικός, παραμορφωτικός –της πραγματικότητας– καθρέφτης που κρατάνε μπροστά μας οι πραγματικά πλούσιοι, οι οποίοι ξέρουν ότι δεν έχουμε καμία ελπίδα να τους μοιάσουμε.
Δεν θέλω να πω κάτι άλλο. Όπως έγραψα στην αρχή, αυτό δεν είναι ένα έναυσμα για επανάσταση ή κάποιο ταξικό μανιφέστο.
Είναι μία παρατήρηση σε ένα μοτίβο που κρατά τον άνθρωπο ακίνδυνο, δεσμευμένο στην ψευδαίσθηση ότι, αν βουλιάξει αυτό το καράβι, δεν μπορεί παρά να τον πνίξει.
Εγώ αυτό που λέω είναι πως τους ανθρώπους δεν τους πνίγουν τα βουλιαγμένα καράβια που δεν τους ανήκουν. Τους πνίγει το να μη διεκδικούν, να μη απαιτούν, να μη μιλάνε και να υπομένουν μία ζωή με συνθήκες που κανένας, ποτέ, δεν ονειρεύτηκε για τον εαυτό του.


