Το ξεθωριασμένο έθιμο των κάλαντων. Να τα πούμε;

Να τα πούμε; ή μάλλον μπορούμε να πούμε …όσα απέμειναν;

Κάλαντα.

Ήρθαν στο σπίτι μας, το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι. Μάλλον αδερφάκια. Μας τα είπαν και απέναντι τα περίμενε ένας κύριος. Μάλλον ο πατέρας τους, ο οποίος τα κοίταζε με καμάρι. Αυτό ήταν. Δεν ήρθαν άλλα παιδάκια. Ρώτησα την κόρη μου διότι εγώ μετά έφυγα για τη δουλειά.

Ήρθαν άλλα παιδάκια;

Όχι.

Κρίμα… και με το που το ξεστόμισα το «κρίμα» συνειδητοποίησα ότι η δική μου η κόρη δεν έχει πει ποτέ τα κάλαντα και πλέον (μιας και βαδίζει προς τα 15, μάλλον δεν έχουν μείνει περιθώρια αυτό να αλλάξει).

Γράφει ο Παπα – Ράτσης

Υπήρχε όμως μια εποχή –όχι τόσο μακρινή, αλλά αρκετά ώστε να μοιάζει με αστικό μύθο– που τα κάλαντα ήταν υπόθεση μαζική. Αγέλες παιδιών, από τις πρώτες πρωινές ώρες, με τρίγωνα που κουδούνιζαν στραβά, φωνές που έμπαιναν όπου να ’ναι και μια ειλικρινή λαχτάρα: να πουν τα κάλαντα, πλημμύριζαν τους δρόμους.

Όχι μόνο για τα χρήματα (εννοείται βεβαίως πως και για αυτά), αλλά βασικά επειδή ήταν μία εποχική χαρά. Ήταν έξοδος για τα παιδιά, ήταν παιχνίδι, ήταν μία μικρή περιπέτεια γειτονιάς.

Τότε τα παιδιά χτυπούσαν κουδούνια με τόσο ενθουσιασμό που δεν σκέφτονταν καν τα «μπινελίκια» που καραδοκούσαν. Σήμερα τα χτυπούν σαν να κάνουν πρακτική άσκηση. Μπαμ-μπαμ, κάλαντα μισά και αν, χέρι απλωμένο, ένα ευχαριστώ μισό επίσης και φύγαμε για επόμενο διαμέρισμα. Χωρίς βλέμμα, χωρίς χαμόγελο, χωρίς την παραμικρή αίσθηση ότι αυτό που συμβαίνει έχει έστω ψήγμα γιορτής. Σαν δημόσιοι υπάλληλοι που δεν ήρθαν αυτοβούλως αλλά τους καλέσαμε εμείς γιορτιάρες μέρες για κάποια βλάβη: Περισσότερο βλέπεις στα μάτια τους την ταλαιπώρια, παρά τη γιορτή.

Πέρσι είχα δει και την απόλυτη καινοτομία ροσαρμοσμένη στο dna της εποχής μας: τα πρώτα κάλαντα playback. Παιδιά με φορητό ηχείο έπαιζαν τα κάλαντα κανονικά –σε στουντιακή ποιότητα– κι εκείνα από πίσω να μουρμουρίζοντας να σιγοντάρουν τους στίχους με όσους θυμόντουσαν.

Και όλα αυτά, ΟΤΑΝ και ΑΝ, βρεις παιδιά να λένε τα κάλαντα.

Πιο εύκολα πλέον βρίσκεις καρέτα καρέτα ή Λευκή τίγρη στην Αίγυπτο. Τα παιδιά που βγαίνουν είναι από ελάχιστα ως “είδος προς εξαφάνιση”. Του χρόνου μπορεί να επιληφθεί και η WWF ή ο ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ για την προστασία των εναπομείναντων.

Και όσα βγαίνουν δε, σπάνια το κάνουν μόνα τους. Πίσω τους –ή δίπλα τους, σε φάση bodyguard Κέβιν Κόστνερ– υπάρχει και κάποιος γονιός. Τον οποίο βέβαια δεν μπορώ να τον αδικήσω. Διότι δεν μας έφταναν όλα τα άλλα, τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί και τα περιστατικά όπου παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα ένιωσαν για λίγο σαν εκθέματα του Λούβρου. Σαν το νομισματοκοπείο στο Κάζα Ντε Παπέλ. Άνθρωποι βρίσκουν καλή ιδέα να ληστεύουν παιδάκια που βγαίνουν να πουν τα κάλαντα.

Το πιο άβολο ωστόσο από τα καινούργια ήθη κι έθιμα των κάλαντων είναι: Οι ενήλικες. Ομάδες ενηλίκων να λένε κάλαντα. Η οποία εικόνα ξενίζει τόσο όσο να έβλεπα μία ομάδα παιδιών να πραγματοποιούν εγχείρηση ανοικτής καρδιάς σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο. Οι ενήλικες να λένε τα κάλαντα είναι μια εικόνα παράταιρη, σχεδόν άχαρη, σουρεαλιστική. Τα κάλαντα ήταν έθιμο με πρωταγωνιστές παιδικά πρόσωπα· όταν το βλέπεις από τριαντάρηδες είναι σαν να παρακολουθείς παιδική χορωδία από συνταξιούχους.

Κι όμως, όσο αλλόκοτη κι αν μοιάζει αυτή η εικόνα, εν τούτοις κρύβει από πίσω της μία άλλη εικόνα. Μία κοινωνική ακτινογραφία. Με ευρήματα την οικονομική δυσκολία, την ανάγκη, την ανέχεια. Όταν ο άλλος βγαίνει να πει κάλαντα όχι για το έθιμο αλλά για να συμπληρώσει το εισόδημα, το αστείο κόβεται στη μέση. Μένει μόνο η αμηχανία και μια πικρή αλήθεια που χτυπά κουδούνι.

Να τα πούμε;

Ίσως τελικά τα κάλαντα να μην χάθηκαν. Απλώς μεγάλωσαν άτσαλα, εκσυγχρονίστηκαν λάθος και τα φορτώσαμε περισσότερα απ’ όσα άντεχαν. Κι εμείς, κάθε φορά που ακούμε εκείνο το ξεψυχισμένο «να τα πούμε;», δεν νοσταλγούμε μόνο τα παιδικά μας χρόνια. Νοσταλγούμε μια εποχή που ακόμα τα κάλαντα «έβγαιναν» και κυκλοφορούσαν στις γειτονιές με χαρά – όχι από ανάγκη, όχι με φόβο, όχι σε playback.

Latest news
Related news