Το “μαγικό” κουμπάκι της απόσυρσης της καταγγελίας

Γράφει ο Παπα – Ράτσης

Θυμάμαι όταν ήμουν στο δημοτικό, στις πρώτες πρώτες τάξεις, είχαμε έναν συμμαθητή που ήταν λίγο πιο ατίθασο παιδί. Και αυτή είναι η πιο ευγενική προσέγγιση. Στην πραγματικότητα ήταν ένας μικρός τραμπούκος, που έκανε διαρκώς φασαρία, είχε προβληματική συμπεριφορά και, λόγω σωματικής διάπλασης (πρέπει να είχε χάσει χρονιά – διαφορετικά σήμερα λογικά θα είναι στο μέγεθος του Αντρέ the Giant), χτυπούσε τους πάντες για να τους πάρει τα χαρτάκια Panini, να τους πάρει τα παιχνίδια τους, ακόμη και το φαγητό τους.

Μία μέρα ένα παιδί τον κατήγγειλε στη δασκάλα μας οτι του χτύπησε το κεφάλι στο θρανίο. Την κυρία Τασία – καλή της ώρα, αν ζει η γυναίκα.

Ήρθε στο σχολείο ο μπαμπάς του. Ήρθε και ο μπαμπάς του παιδιού που τον κατήγγειλε.

Όταν ήρθαν οι γονείς, τα παιδιά πήγαν στο γραφείο του διευθυντή μαζί με τους γονείς τους. Στο μυαλό μου έπαιζαν δύο παράλληλα σενάρια: ο τραμπούκος θα πήγαινε φυλακή για πάντα. Το παιδί που τον κατήγγειλε θα έμενε για πάντα στο σπίτιτου κλειδωμένο, αμόρφωτο, διότι θα φοβόταν να ξαναέρθει στο σχολείο μήπως τον πετύχει ο… φυλακισμένος και τον αποτελειώσει.

Τελικά μετά από λίγη ώρα ήρθαν και οι δύο στην τάξη ήρεμοι και χαμογελαστοί. Δεν ξέρω τι ειπώθηκε στο γραφείο του διευθυντή, αλλά αυτή η εξέλιξη μου έκανε τρομερή εντύπωση. Αφού είχαμε δει το κούτελό του γδαρμένο και μπλαβιασμένο, πώς γίνεται να μην το είδε ο διευθυντής–«δικαστής»;

Σχεδόν την ίδια παιδική απορία έχω και αυτή τη στιγμή, στο άκουσμα της είδησης ότι αποσύρθηκε η καταγγελία εναντίον του βουλευτή Νίκου Σύκα.

Δεν είμαι (δεν είμαστε) ούτε δικαστές, ούτε εμπειρογνώμονες, ούτε ανήκουμε στο στενό περιβάλλον του ζευγαριού για να έχουμε γνώση και πλήρη εικόνα.

Ωστόσο, μπορεί να μην έχουμε γνώση, αλλά από την εξέλιξη αυτής της ιστορίας μπορούμε να διαμορφώσουμε υποθέσεις, χρησιμοποιώντας την ελάχιστη δυνατή αντίληψη.

Νιώθω την ανάγκη να ξεκαθαρίσω τη θέση μου όσων αφορά το εξής: Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι θέμα οπτικής γωνίας. Δεν έχει προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες επιτρέπεται, δεν έχει συνθήκες που να μπορούν να τη δικαιολογήσουν.

Πάει αυτό.

Επαναλαμβάνω πως δεν έχω δει τη σύντροφο του βουλευτή χτυπημένη, ούτε έχω δει τον ίδιο να το πράττει. Όμως αδυνατώ να πιστέψω πως μία γυναίκα ξύπνησε ένα πρωί και πήγε να καταγγείλει τον σύντροφό της για κάτι τέτοιο χωρίς να υπάρχει γεγονός.

Αλλά ακόμη κι αν υπήρχε οποιαδήποτε υποψία συκοφαντίας από μέρους της, με σκοπό να σπιλώσει το όνομα του βουλευτή για οποιονδήποτε δικό της λόγο, ακόμη και αυτή η πιθανότητα καταρρίπτεται από τις ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε και οι οποίες φέρεται να επιβεβαιώνουν σωματική βία.

Αν λοιπόν υπάρχουν σημάδια κακοποίησης και δεν είναι από τον σύντροφό της, καλό θα ήταν –για την αξιοπιστία όλων των εμπλεκομένων– να ειπωθεί από ποιον είναι.

Με λίγα λόγια, μόλις ζήτησα να γίνουμε εμείς οι «κατίνες» της υπόθεσης και οι χρήστες της κλειδαρότρυπας για να μπορέσει αυτή η ιστορία να σταθεί.

Όχι. Στην πραγματικότητα δεν θέλουμε αυτό. Θέλουμε, σε μία τόσο λεπτή υπόθεση, να λειτουργήσουν όλα με τον προβλεπόμενο τρόπο, για να μην «παραμορφωθεί» η ίδια η υπόθεση.

Όταν κάποιος κατηγορείται για ενδοοικογενειακή βία, το πρώτο μέλημα των αρχών είναι να φροντίσουν να μην έρθει σε επαφή με το φερόμενο θύμα – για ευνόητους λόγους. Λόγους που ΜΠΟΡΕΙ να οδηγήσουν σε τέτοιες εξελίξεις.

«Μα είναι στη μέση η βουλευτική ασυλία, δεν μπορεί να υπάρξει περιορισμός του».

Να την πάρετε από τη μέση και να τη βάλετε… στην άκρη, τη βουλευτική ασυλία.

Εγώ να πω, χάριν της συζήτησης, ότι ΝΑΙ, έγινε λάθος εκτίμηση, ΝΑΙ, τα σημάδια στο κορμί της είναι από τη Μαύρη Μόρα, ΝΑΙ ο βουλευτής είναι παντελώς αθώος και δεν έπραξε το παραμικρό.

Ποιος το πιστεύει έτσι όπως εξελίχθηκε αυτή η ιστορία;

Έχετε ενημερωθεί για την περίφημη τιμιότητα της γυναίκας του Καίσαρα;

Αν όμως παρ’ ελπίδα – και δεν λέμε πως αυτό συνέβη – ΑΝ λέμε ΑΝ, κάποιος φρόντισε να πείσει τη γυναίκα να αποσύρει τις κατηγορίες –είτε με κάποια απειλή, είτε με κάποιο αντάλλαγμα, είτε για χάρη των αναμνήσεων, είτε με τίποτα απ’ αυτά– τι νομίζει ότι κατάφερε;

Να «καθαρίσει» το όνομα του φερόμενου μέχρι πριν λίγο, θύτη; Ότι μόλις απόσύρθηκε η καταγγελία χτυπήσαμε τα δάχτυλά μας και εξαφανίστηκε από τη μνήμη μας; Ότι πέτυχε μία ανέλπιστη νίκη απέναντι στην κοινή λογική;

Τίποτα δεν έγινε σωστά σε όλη αυτή την ιστορία. Ούτε η άμεση αντίδραση των αρχών έπειτα από την καταγγελία, ούτε η στάση του κόμματός του (στελέχη του οποίου διέρρηγνυαν έξαλλοι τα ιμάτιά τους ως υπερασπιστές της ηθικής πριν λίγες μέρες για λίγη μπογιά πάνω σε κάτι πίνακες), ούτε της υπόλοιπης κοινωνίας – πολιτείας που δεν προστάτευσε επαρκώς το φερόμενο ως θύμα (αν χρειαζόταν προαστασία) και βέβαια δεν έγινε σωστά ούτε αυτός ο επίλογος, που το μόνο που πέτυχε είναι να μας αφήσει μουδιασμένους και πολύ, μα πάρα πολύ καχύποπτους.

Η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Πολύ πιο σοβαρό απ’ όσο το υποβαθμίζουμε όταν αναφερόμαστε με υποτιμητικό τρόπο στα θύματα, όταν λέμε «κάτι θα του έκανε η τέτοια», όταν ψάχνουμε δικαιολογίες και ελαφρυντικά – «ήταν κουρασμένος», «ήταν εκνευρισμένος από τη δουλειά», «ήταν η κακιά στιγμή». Όταν επιτρέπουμε το ένα κακό να συμπληρώνει το άλλο: τη βία να ακολουθεί ο εκφοβισμός ή τα καλοπιάσματα, για να ξεχαστεί η… κακιά στιγμή.

Είναι πολύ σοβαρό ζήτημα, ακριβώς επειδή το υποβαθμίζουμε με κάθε πιθανό τρόπο, εξυπηρετώντας το DNA μίας φαλλοκρατικής κοινωνίας που ζούμε, όπου κάποιος «(επειδή) είναι άντρας, θα πει και μία κουβέντα παραπάνω».

Και επιστρέφω στην ιστορία με τον συμμαθητή μου. Όταν τους είδαμε να επιστρέφουν από το γραφείο του διευθυντή σχεδόν μονιασμένοι, δεν αμφισβητήσαμε το γεγονός που είχε συμβεί. Άλλωστε κάποιοι από εμάς υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες. Δεν είπε κανένας «ρε λες να μην κατάλαβα καλά;». Όλοι ξέραμε τι είχε γίνει. Όλοι, επίσης, τους είδαμε να επιστρέφουν στην τάξη σαν να μη συνέβη τίποτα. Αλλά κανένας δεν γεφύρωσε αυτό το χάσμα μεταξύ των δύο αταίριαστων κομματιών του ίδιου παζλ, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε κάτι άλλο απ’ αυτό που ήμασταν εξ αρχής σίγουροι.

ΥΓ: Γενικώς μιλώντας: όλοι μας (ή σχεδόν όλοι) παροτρύνουμε τις γυναίκες να μιλάνε και να επιδεικνύουν μηδενική ανοχή σε περιστατικά βίας. Όταν όμως αυτές το κάνουν, πέφτουν πάνω στον τοίχο της γραφειοκρατίας και της νομοτυπίας από τη μία και της δημόσιας διαπόμπευσης από την άλλη. Το μόνο που μπορεί να καταφέρει όλο αυτό, είναι να τις αποτρέπει από το να κάνουν αυτό που εξ αρχής τις προτρέπουμε να κάνουν.

Χτίζουμε γκρεμίζοντας.

Latest news
Related news