Για τους ανθρώπους που έχουν προαποφασίσει ότι οι αλλοδαποί είναι η πληγή του τόπου είναι πάρα πολύ εύκολο να αποδώσουν επιλεκτικά τις ευθύνες και να βροντοφωνάξουν κατηγόριες.
Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Προσπερνάνε με χαρακτηριστική αδιαφορία τις 15 (τυχαίο νούμερο) περιπτώσεις συμπατριωτών μας που χρησιμοποίησαν βία, που λήστεψαν υπό την απειλή όπλων, που τραμπούκισαν, αδίκησαν υπεξέρεσαν και πέφτουν με όλη τους την λαχτάρα για ανθρωποφαγία και με πηγαίο μίσος, στην μία περίπτωση που κάτι απ όλα αυτά συμβεί από κάποιον αλλοδαπό.
Και δεν έχουν άδικο στην μία που αγανακτούν. Το άδικο είναι στις 15 που θεωρούν ότι «έτσι είναι η ζωή, υπάρχουν και κακοί άνθρωποι ανάμεσά μας» και επίσης το ακόμα πιο άδικο είναι που στην περίπτωση του αλλοδαπού ΔΕΝ φταίει ο Άχμετ, ο Γκεσάβ ή ο Σεμπάζ, αλλά οι ξένοι. Όλοι οι ξένοι. Στο πρόσωπο του ενός παραβάτη ή εγκληματία, βλέπουν όλους τους ξένους. Συγνώμη. Όλους τους φτωχούς ξένους.
Τέτοιοι ξένοι και φτωχοί και τσουβαλιασμένοι είναι και οι άνθρωποι που έχασαν την ζωή τους κάτω από τα συντρίμμια του κτιρίου στη Γερμασόγεια.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η επιλεκτική μας ανθρωπιά.
Γιατί αν αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν «οι άλλοι», αλλά «οι δικοί μας», ο θρήνος δεν θα χωρούσε σε λέξεις. Θα είχαμε γεμίσει πλατείες, θα είχαμε γεμίσει τηλεοπτικά παράθυρα, θα είχαμε γεμίσει οργή. Θα ψάχναμε ονόματα, υπευθύνους, υπογραφές. Θα είχαμε ήδη στοχοποιήσει εκείνους που άφησαν αυτή την ιστορία να εξελιχθεί σε τραγωδία.
Ιδιαίτερα μετά τις αποκαλύψεις ότι υπήρχαν προειδοποιήσεις για την καταλληλόλητα του οικήματος. Με μαρτυρίες για εμφανή προβλήματα, για μια κατάσταση που –όπως περιγράφεται– μόνο ασφαλής δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί. Δεν μιλάμε για «ατυχία». Μιλάμε για κάτι που, αν επιβεβαιωθεί πλήρως, γεννά εύλογα και σοβαρά ερωτήματα.
Αλλά δεν είναι «δικοί μας».
Και έτσι, η ιστορία μικραίνει. Μαζεύεται. Χωρά σε μερικές ειδήσεις και σε λίγες αναρτήσεις.
Η ξεκάθαρη εκμετάλλευση ανθρώπων που πλήρωναν 1300 ευρώ ενοίκιο για έναν χώρο που αποδείχθηκε επικίνδυνος, δεν αγγίζει τις ίδιες ευαίσθητες χορδές. Δεν μας εξοργίζει το ίδιο. Δεν μας βγάζει στους δρόμους (αν και θα έχει δίκαιο να αναρωτηθείς πότε μας έβγαλε κάτι στους δρόμους).
Μας ενοχλεί, όμως —και μάλιστα πολύ— όταν αυτός ο «άλλος», ο αλλοδαπός, τολμήσει να αντιδράσει. Να διαμαρτυρηθεί. Να ζητήσει το δίκιο του.
Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα σχόλια κάτω από την είδηση για τη σημερινή διαμαρτυρία των ενοίκων. Εκεί, όπου ο πόνος κάποιων ανθρώπων μεταφράζεται σε ενόχληση και θράσος. Εκεί, όπου η τραγωδία δεν είναι αρκετή για να γεννήσει ενσυναίσθηση, αλλά είναι αρκετή για να πυροδοτήσει καχυποψία.
Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι τι συνέβη μόνο σε εκείνο το κτίριο.
Το ερώτημα είναι πόσο αξίζει μια ζωή σ αυτόν τον τόπο — και αν η απάντηση αλλάζει, ανάλογα με το διαβατήριο και τον τραπεζικό λογαριασμό.


