Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Φτάσαμε στην εποχή που όταν ένας 35άρης λέει «πάμε σπίτι μου» εννοεί το σπίτι των γονιών του.
Και όχι, δεν το λέει χαριτολογώντας ή εννοώντας ότι σπίτι μας εννοούμε το πατρικό μας. Το λέει κυριολεκτικά. Με κανονικό κλειδί. Με το ίδιο πόμολο που άνοιγε την πόρτα όταν γύριζε από το φροντιστήριο το 2003 ή από το πρώτο του ραντεβού στο γυμνάσιο.
Το παιδικό δωμάτιο είναι ακόμα εκεί απλά πλέον δεν είναι παιδικό.
Το κρεβάτι έχει αλλάξει μέγεθος στο στρώμα αλλά όχι ρόλο.
Δίπλα στο laptop πλέον δεν έχει το Manager και το need for speed το 2, αλλά εταιρικά έγγραφα.
Μισθός «καλούτσικος». Ζωή… όχι και τόσο.
Διότι το πρόβλημα δεν είναι ότι μένει με τους γονείς του.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να φύγει από το πατρικό του.
Ενοίκιο σε μονάρι 800 ευρώ.
Μισθός 1.300.
Ρεύμα, ίντερνετ, βενζίνη, σούπερ μάρκετ.
Τι Μένει;
Ένα πενηντάρικο και ένα κουπόνι από delivery.
Η ενηλικίωση στην Κύπρο έγινε οικονομικό πακέτο που δεν αγοράζεται. Δεν συμφαίρει.
Έτσι δημιουργήσαμε σταδιακά και χωρίς να το καταλάβουμε ένα νέο είδος πολίτη:
Τον ενήλικα ένοικο στο σπίτι των γονιών του, το οποίο είναι σπίτι του αλλά …δεν είναι σπίτι του.
Ο τριαντάρης έχει δουλειά, έχει αυτοκίνητο, έχει ευθύνες, αλλά όταν αργήσει το βράδυ στέλνει μήνυμα:
«Μάνα, μην κλειδώσεις».
Κάνει meetings, παίρνει αποφάσεις, χειρίζεται πελάτες εξωτερικού —
αλλά αν θέλει να φέρει κάποιον σπίτι, πρέπει πρώτα να υπολογίσει ποιος γονιός βλέπει τηλεόραση στο σαλόνι.
Εντάξει, δεν τρέχει τίποτα, θα καθίσουμε στο δωμάτιό μου. Θυμάσαι; Όπως τότε στο λύκειο που είδαμε την Παπαρίζου να κερδίζει τη Eurovision.
Οι σχέσεις των ανθρώπων γίνονται περίπλοκες.
Όχι συναισθηματικά (όπως συνηθίζουμε να δηλώνουμε στο facebook). Γεωγραφικά.
Δεν χωράει ο έρωτας ανάμεσα στα Λευκαρίτικα κεντήματα και τις οικογενειακές φωτογραφίες από το προσκύνημα στον Κύκκο το 1998.
Παράταση ζωής για να δούμε πότε θα έχει κανονική ζωή.
Καθυστέρηση γάμου.
Καθυστέρηση παιδιών.
Καθυστέρηση αποφάσεων.
Και δεν είναι ότι δεν θέλουν, είναι ότι δεν ξέρουν που. Και πως.
Και έχεις την Κατίνα της κοινωνίας να μιλάει για νέους που δεν ωριμάζουν και επιλέγουν την ευκολία της αγκαλιάς της μάνας τους.
Όχι. Οι νέοι δεν αυτό-στεγάζονται διότι απλά δεν μπορούν.
Δεν είναι τεμπέληδες. Είναι εγκλωβισμένοι σε μια οικονομία που τους θέλει απολύτως παραγωγικούς αλλά καθόλου ανεξάρτητους.
Εργαζόμενους, αλλά όχι αυτόνομους.
Ενήλικες, αλλά χωρίς χώρο ενηλικίωσης.
Και τελικά οι μόνοι που ακόμη τους στηρίζουν μέσα στην εμφανή ειρωνία αυτής της κατάστασης είναι όντως οι ίδιοι οι γονείς τους.
Εκείνοι που τους προτρέπουν να κάνουν οικογένεια και «εγώ πότε θα δω εγκονάκι» είναι εκεί που αναγκάζονται να τους κρατάνε κοντά τους.
Κάποτε το παιδικό δωμάτιο είχε ημερομηνία λήξης.
Τώρα είναι μόνιμη διεύθυνση.
Και αυτό δεν είναι απλώς οικονομικό θέμα. Είναι κοινωνικό.
Γιατί ο άνθρωπος χρειάζεται χώρο για να γίνει άνθρωπος.
Να κάνει λάθη, να σιωπήσει, να μαλώσει, να συμφιλιωθεί, να μεγαλώσει χωρίς μάρτυρες.
Αν μια ολόκληρη γενιά δεν ζήσει ποτέ μόνη της, δεν θα μάθει ποτέ πραγματικά να ζει μαζί με άλλους.
Και τότε δεν κινδυνεύουν μόνο οι σημερινοί 30-35άρηδες.
Κινδυνεύουν περισσότερο τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν ακόμη.
Γιατί μια κοινωνία όπου οι ενήλικες δεν μπορούν να φύγουν από το παιδικό δωμάτιο, δεν είναι απλώς ακριβή.
Είναι μία κοινωνία που τρέμει να αντιμετωπίσει το μέλλον της.


